Dark Light

Δελτίο σκέψης #2 

Η δημοκρατία βρίσκεται σε υποχώρηση, έχοντας μάλιστα τη χαμηλότερη καταγραφή από το 2006, όταν ξεκίνησε να μετράται σύμφωνα με τον δείκτη democrat index. 22 χώρες ορίζονται ως «πλήρεις δημοκρατίες» ενώ περισσότερο από το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού ζει υπό αυταρχικά καθεστώστα [Economist].

Παράλληλα, η πανδημία συνοδεύεται από μία νέα πρωτοφανή παγκόσμια οικονομική κρίση, μεγαλύτερη συγκριτικά από το κραχ του 1929 και τους δύο παγκόσμιους πολέμους.

Μία τρίτη και σημαντική παράμετρος είναι η νέα εποχή την οποία βιώνουμε, με κύριο χαρακτηριστικό της τις νέες δυνατότητες και τις νέες ανισότητες που αυτή φέρει.  

Αν πιστεύουμε ότι η έξοδος από την πανδημία θα μας οδηγήσει σε μία εύκολη νέα ισορροπία (κανονικότητα), θα διαψευστούμε οικτρά. Ο συνδυασμός των όσων περιγράφω μοιάζει περισσότερο με βουτιά στο κενό και θα συντελεσθεί ένας βίαιος μετασχηματισμός σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. 

Στο πολιτικό επίπεδο, τρία θα είναι τα μείζονα ρεύματα που θα διαγκωνιστούν για την κυριαρχία τους: η δημοκρατία, ο λαϊκισμός και ο αυταρχισμός. Κάθε ένα εξ αυτών θα φορέσει έναν επίκαιρο μανδύα που θα συνάδει με τα νέα αιτήματα των ανθρώπινων κοινωνιών και θα προσπαθήσει να καλύψει τα κενά αντιπροσώπευσης μεταξύ εξουσίας και πολιτών. Και η υπόθεση δημοκρατία δεν θα είναι διόλου μια εύκολη υπόθεση. 

Η νέα φτώχεια και η αυξανόμενη ανεργία βρίσκεται στο κατώφλι μας και οι ανισότητες θα δώσουν χώρο σε νέες συγκρούσεις, είτε μεταξύ των χωρών, δηλαδή εθνικές, είτε μεταξύ των οικονομικών ελίτ και του λαού μίας χώρας, δηλαδή ταξικές. Σε αυτά τα δύο επίπεδα, οι δύο βασικές μορφές λαϊκισμού, ο εθνικολαϊκισμός και ο κοινωνιολαϊκισμός θα προσπαθήσουν να βρουν ξεχωριστή ή και ταυτόχρονη έκφραση υπό την καθοδήγηση ενός ικανού ηγέτη.
Αυτός είναι ο λόγος που χρειαζόμαστε μία ακόμη πιο θωρακισμένη Ευρωπαϊκή Ένωση, με περισσότερες κοινές και αλληλέγγυες δραστηριότητες όπως αυτή του ταμείου ανάκαμψης ή του κεντρικού σχεδιασμού εμβολιασμού.
Έναντι της Ευρωπαϊκής λογικής, υπάρχει η ”αντιδραστική διεθνής” που συναντήσαμε στις ΗΠΑ στο πρόσωπο του Τραμπ και συναντάμε στη Ρωσία στο πρόσωπο του Πούτιν, δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο στον πολιτικό άξονα αριστερά/δεξιά και ορίζει ως εχθρούς της την φιλελεύθερη δημοκρατία, την παγκοσμιοποίηση, την ευρωπαική ολοκλήρωση.
Σύμφωνα με τον Γερμανο-Αμερικανό επιστήμονα Άλμπερτ Χίρσμαν, η Αντιδραστική Διεθνής χρησιμοποιεί τρία βασικά επιχειρήματα για να καταλάβει κρίσιμο πολιτικό χώρο: Το επιχείρημα του αντίστροφου αποτελέσματος, αυτό της ματαιότητας και το επιχείρημα της διακινδύνευσης, ανασύροντας τον φόβο και χρησιμοποιώντας αυτόν εργαλειακά έναντι της προόδου. Απέναντι σε αυτά τα τρία ζητήματα, θα πρέπει να επισπεύσουμε τη θωράκισή μας, να βγούμε και πιο ενωμένοι μετά την πανδημία, διότι αυτό θα μας διασφαλίσει στον 21ο αιώνα πρωτίστως την ειρήνη που θα αμφισβητηθεί ως κεκτημένο, όπως και την ευημερία μέσα από τη συνεργασία των λαών. 

Τα δε αυταρχικά καθεστώτα θα μας επιδείξουν την -δια του συγκεντρωτισμού- αποτελεσματικότητά τους και θα προσπαθήσουν να ανταλλάξουν ελευθερίες και δικαιώματα με περισσότερη προστασία έναντι του φόβου των ασύμμετρων διεθνών απειλών αλλά αβεβαιοτήτων που φέρει η νέα εποχή. Τα διλήμματα που θα τεθούν δεν θα έχουν εύκολες απαντήσεις. Άλλωστε, ο φόβος και η ακραία φτώχεια είναι το βούτυρο και το μέλι στο ψωμί του κάθε καταχραστή εξουσίας. 

Ο σόσιαλ ο Ντέμοκρατ ο σωστός” οφείλει να προετοιμαστεί για όσα έρχονται και να ορίσει εκ των προτέρων τη μητέρα των μαχών, αυτή για τη διατήρηση, την εμβάθυνση και την επέκταση της Δημοκρατίας. Αυτό είναι το μεγάλο γήπεδο, ο αγώνας δίχως αύριο που έχουμε να δώσουμε. Παράλληλα και πέραν του ευρύτερου κοινού μετώπου, χρειαζόμαστε κάτι σκληρά ταυτοτικό και ανθρωποκεντρικό, κάτι που θα μας κάνει ξανά πολιτική οικογένεια έναντι των νέων αβεβαιοτήτων, κάτι πιο συγκεκριμένο από την απροϋπόθετη για μας πολύτιμη πρόοδο· και αυτή θεωρώ ότι θα πρέπει να είναι η σοσιαλΔημοκρατία και η επανεφεύρεση αυτής στις νέες και υπό διαμόρφωση συνθήκες. Και δεν το πιστεύω μονάχα εγώ. Ακόμη περισσότερο εμού το πιστεύει ο σόσιαλ ο Ντέμοκρατ. Κείνος με έπεισε στο εκατό, με χαρτί και με μολύβι, σας λέω 🙂 

Κλείνοντας το κενό αντιπροσώπευσης #Sheri_Berman

Στο άρθρο της αυτό η Σέρι Μπέρμαν εντοπίζει το πρόβλημα δημοκρατίας (η δυσαρέσκεια για τη δημοκρατία αυξήθηκε στο 57,5%) στο κενό αντιπροσώπευσης μεταξύ των απαιτήσεων των πολιτών και της προθυμίας ή της ικανότητας των πολιτικών θεσμών να ανταποκριθούν σε αυτές.

Τα κεντροαριστερά και κεντροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη έχουν αλλάξει τα προφίλ δημόσιας πολιτικής και τις πολιτικές τους ατζέντες με τρόπους που τους έχουν απομακρύνει από τις προτιμήσεις πολλών ψηφοφόρων. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο, τα ευρωπαϊκά κεντροαριστερά κόμματα είχαν σχετικά σαφή οικονομικά προφίλ, με στόχο την προστασία των πολιτών από τις αρνητικές συνέπειες του καπιταλισμού. Τούτο συνεπαγόταν την υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας, τη ρύθμιση της αγοράς, τις πολιτικές πλήρους απασχόλησης και ούτω καθεξής. Παρόλο που τα κεντροαριστερά κόμματα προσπάθησαν να συγκεντρώσουν επιπλέον ψήφους και εκτός της παραδοσιακής εργατικής τάξης, οι ταυτότητες και οι πολιτικές τους παρέμειναν ταξικά προσδιορισμένες.

Στα τέλη του 20ού αιώνα, αυτό άρχισε να αλλάζει, καθώς τα κεντροαριστερά κόμματα μετακινήθηκαν πρός το κέντρο όσον αφορά την οικονομία, προσφέροντας μια πιο ήπια ή «πιο ευγενική» εκδοχή των πολιτικών που ασκούσαν οι κεντρο-δεξιοί ανταγωνιστές τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 «η σοσιαλδημοκρατία… είχε περισσότερα κοινά με τους κύριους ανταγωνιστές της παρά με τις δικές της θέσεις περίπου τρεις δεκαετίες νωρίτερα». Καθώς τα κεντροαριστερά κόμματα νόθευαν τις θέσεις τους στην οικονομική πολιτική, άρχισαν επίσης να αποστασιοποιούνται από ταξικές αναφορές στις προτάσεις τους και οι ηγέτες τους δεν προέρχονταν πια από τις τάξεις των «μπλε κολλάρων», αλλά από μια υψηλά μορφωμένη ελίτ.

Αν και λιγότερο έντονα και καθολικά, την ίδια στιγμή πολλά κεντροδεξιά κόμματα μετέβαλαν τις θέσεις τους σε σημαντικά κοινωνικά και πολιτιστικά ζητήματα, όπως οι «παραδοσιακές» αξίες, η μετανάστευση και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την εθνική ταυτότητα, μετακινούμενα και αυτά προς το κέντρο (τα χριστιανοδημοκρατικά κόμματα, για παράδειγμα, θεωρούσαν τις θρησκευτικές αξίες καθώς και τις παραδοσιακές απόψεις για το φύλο και τη σεξουαλικότητα ως ζωτικής σημασίας για την ταυτότητά τους). 

Αθροιστικά, αυτές οι μετατοπίσεις από τα κεντροαριστερά και τα κεντροδεξιά κόμματα άφησαν πολλούς ψηφοφόρους, ιδίως εκείνους με αριστερόστροφη προσέγγιση σε θέματα οικονομίας και συντηρητική σε θέματα μετανάστευσης, χωρίς ένα κόμμα να εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους. Τέτοιοι ψηφοφόροι συγκεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των λιγότερο μορφωμένων και των εργατικών στρωμάτων, απηχώντας περίπου το 20-25 τοις εκατό του εκλογικού σώματος στην Ευρώπη (καθώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες ).

Για να χρησιμοποιήσουμε όρους που έγιναν γνωστοί από τον Albert Hirschman, όταν προκύπτει ένα κενό αντιπροσώπευσης και οι ψηφοφόροι είναι δυσαρεστημένοι με τις πολιτικές επιλογές που τους προσφέρονται, έχουν δύο επιλογές: αποχή και διαμαρτυρία. Και μάλιστα, τις τελευταίες δεκαετίες, οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης και των λιγότερο μορφωμένων στρωμάτων προχώρησαν ολοένα και περισσότερο σε αποχή από τίς εκλογές και άλλες μορφές πολιτικής συμμετοχής ή διαμαρτυρήθηκαν μετατοπίζοντας τις ψήφους τους στα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα. Το έκαναν επειδή αυτά τα κόμματα άλλαξαν επίσης τα προφίλ τους , προσφέροντας ένα μείγμα σοβινισμού ευημερίας, συντηρητικών κοινωνικών και πολιτιστικών πολιτικών και μια υπόσχεση να δώσουν φωνή στους «χωρίς φωνή» – ακριβώς για να γίνουν ελκυστικά σε αυτούς τους ψηφοφόρους.

Εν ολίγοις, ενώ είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση των σύγχρονων προβλημάτων της δημοκρατίας, να εξετάζουμε τις μεταβαλλόμενες οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες και τις διαμαρτυρίες που αυτές έχουν δημιουργήσει, είναι επίσης απαραίτητο να διερευνηθεί γιατί οι υπάρχοντες δημοκρατικοί θεσμοί δεν ανταποκρίθηκαν στις ανησυχίες πολλών πολιτών. Έτσι, μπορεί να επιχειρηθεί να κλείσει το κενό αντιπροσώπευσης.


* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ


Επαναπροσδιορισμός της ”οικονομίας της πλατφόρμας” #Mazzucato #Kattel #OReiIly #Entsminger 

Σε ένα long-read κείμενό τους, οι Μariana Mazzucato, Rainer Kattel, Tim O’ Reilly και Josh Entsminger δοκιμάζουν τον ”επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας της πλατφόρμας”. Μετά και τον αποκλεισμό του Τραμπ από το Facebook και το Twitter, το πεδίο της πολιτικής εξουσίας που ασκείται από τις Big Tech [Alphabet (Google), Amazon, Apple, Facebook, Microsoft, Tesla] δεν είναι δυνατόν πλέον να αγνοηθεί. Η οικονομική τους δύναμη είναι ούτως ή άλλως αδιαμφισβήτητη. Πλέον, υφίσταται μία κοινή παραδοχή ότι οι τεχνολογικές πλατφόρμες έχουν καταχραστεί τη δύναμή τους, αυξάνουν τα κέρδη τους εκμεταλλευόμενοι την ιδιωτική ζωή των καταναλωτών και καταστρέφουν τον ανταγωνισμό εξαγοράζοντας πιθανούς μικρότερους ανταγωνιστές.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρότεινε δύο μεγάλα νομοθετικά πακέτα – τον νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες και τον νόμο για τις ψηφιακές αγορές – για την αναμόρφωση του καθεστώτος τεχνολογικής διακυβέρνησης. Ο Ο.Ο.Σ.Α. επιδιώκει να καθιερώσει νέα παγκόσμια πρότυπα για τη μέτρηση της αξίας που προκύπτει από την ψηφιακή καινοτομία και τη φορολόγηση των κορυφαίων πλατφορμών. Και στις Η.Π.Α., μια μακρά έρευνα από το Κογκρέσο κατέληξε, όπως και η αντίστοιχη από τις αρχές της ΕΕ, στο συμπέρασμα ότι οι κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας δεν εμπλέκονται απλώς σε συμπεριφορές που καταπατούν τις αρχές του ανταγωνισμού, αλλά έχουν συγκεντρώσει τόσο μεγάλη ισχύ στην αγορά, ώστε να απαιτούν εκτεταμένο κανονιστικό έλεγχο.

Από τη δεκαετία του 1970, η αρχή της ευημερίας των καταναλωτών έχει κυριαρχήσει στην αντιμονοπωλιακή νομολογία, όμως πλέον δεν αρκεί· θα πρέπει να οραματιστούμε πέρα από αυτήν, διότι οι ψηφιακές πλατφόρμες προσφέρουν δωρεάν υπηρεσίες στους χρήστες τους. Θα μπορούσαν ακόμη και να τους πληρώνουν για τη χρήση και να βγαίνουν πάλι κερδισμένες. Επομένως, οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να εξετάσουν την άλλη πλευρά της εξίσωσης, ιδίως την αγορά προμηθευτών, δηλαδή πώς η Google αντιμετωπίζει τους δημιουργούς περιεχομένου, η Amazon τους πωλητές, η Uber τους οδηγούς και το Facebook τους εμπόρους.

Το πρώτο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται; Εάν η βασική αποστολή μιας πλατφόρμας είναι να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της από τη διαφήμιση, το γεγονός αυτό θα διαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκει την καινοτομία, αλληλεπιδρά με το κοινό και σχεδιάζει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της.

Πρέπει να εξετάσουμε εάν η παραγωγή πλούτου βελτιώνει πραγματικά την κοινωνία και ενισχύει την ικανότητα ανταπόκρισης στις κοινωνικές προκλήσεις. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι πλατφόρμες δημιουργούν πλούτο δεν σημαίνει ότι δημιουργούν δημόσια αξία.

Σύμφωνα με την επικρατούσα κατάσταση, είμαστε όλοι εργαζόμενοι δεδομένων χωρίς αποζημίωση. Οι αποφάσεις μας στο διαδίκτυο και ακόμη και εκτός σύνδεσης τροφοδοτούν μια μηχανή αυξανόμενων αποδόσεων που συγκεντρώνονται σε λίγες κυρίαρχες εταιρείες. Το όραμα της διαρθρωτικής αλλαγής δεν είναι απαραίτητα αντι-Apple, anti-Google ή antiAmazon. Είναι ένα επιχείρημα εναντίον οποιασδήποτε εταιρείας της οποίας πρωταρχικός επιχειρηματικός στόχος είναι η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας αξίας μέσω απόκτησης δεδομένων, παραβιάσεων της ιδιωτικής ζωής και παρόμοιων άλλων πρακτικών.

Το κλειδί είναι να αναπτυχθεί μια καλύτερη κατανόηση του επιχειρηματικού δυναμικού του κράτους για τη δημιουργία και τη διαμόρφωση αγορών πλατφόρμας. Χρειαζόμαστε ένα επιχειρηματικό κράτος που θα αναλάβει ενεργό ρόλο στον καθορισμό του τρόπου δημιουργίας και κατανομής της αξίας. Επίσης, να πιέσουμε για περισσότερα μοντέλα ψηφιακών εφαρμογών με χειραφετικό χαρακτήρα που θα διασφαλίζουν ότι η αξία που δημιουργείται από τις νέες τεχνολογίες κατευθύνεται προς κοινωνικά και δημόσια αγαθά, αντί να μονοπωλείται.

Τέλος, χρειαζόμαστε τον δημόσιο τομέα να αρχίσει να επενδύει ξανά στον εαυτό του. Το κράτος πρέπει να μπορεί να είναι σε θέση να ελέγχει, να ερευνά και να διακυβερνά τις περίπλοκες πραγματικότητες στην εποχή της οικονομίας της πλατφόρμας «Platform Economy». Χρειάζεται την τεχνογνωσία για να απαιτήσει το σωστό είδος δεδομένων από ιδιωτικές πλατφόρμες και να επιβάλει αποτελεσματική διαφάνεια. Και πρέπει να κάνει το βήμα μπροστά και να αρχίσει να αναζητά ευκαιρίες για επενδύσεις και καινοτομία για το δημόσιο συμφέρον. Είναι καιρός να σκεφτούμε ευρύτερα τι θα σήμαινε να έχουμε μια οικονομία πλατφόρμας που σέβεται πραγματικά την ιδιωτική ζωή, ενισχύει την ανθρώπινη υπηρεσία και προωθεί τον πολιτικό λόγο.


** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

Ρίξε μια ματιά και εδώ

Ο Democrat και από την Θεσσαλονίκη έδειξε πως η Πολιτική μπορεί να επιστρέψει και η Δημοκρατία να γίνει ξανά ισχυρή

Ένα ακόμα ουσιαστικό βήμα στην ανάδειξη της Δημοκρατίας ως το βασικό πολιτικό διακύβευμα των καιρών μας, πραγματοποίησε την…

29/06 -Save the Date

Πρόκειται για μία πολιτική εκδήλωση διαφορετική από αυτές που συνηθίσαμε μέχρι τώρα και γίνεται υπό την αιγίδα του…
Total
0
Share