Dark Light

Δελτίο σκέψης #5 [social_media]

Την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή έγινε συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών με θέμα την ποιότητα της δημοκρατίας και του δημοσίου διαλόγου. Αφορμή ήταν σοκαριστικές αποκαλύψεις στην υπόθεση Λιγνάδη, στις οποίες οδήγησε η ελληνική εκδοχή του κινήματος #metoo, αφετηρία του οποίου ήταν η εμβληματική πράξη της Σοφίας Μπεκατώρου.

Η συζήτηση εκείνη ήταν σημείο καμπής, αφού για πρώτη φορά κύριο αντικείμενο συζήτησης ήταν το τι διαμείβεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ευρύτερα στο διαδίκτυο, με τους αρχηγούς της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ να κρατούν στα χέρια τους τυπωμένα status στελεχών τού ενός ή του άλλου, ως ένα πειστήριο ενοχής για την τοξικότητα του δημοσίου διαλόγου. 

Με αφορμή τη συζήτηση εκείνη, η οποία για ακόμα μία φορά κατέληξε να είναι πολωτική και διχαστική, με ορατό τον κίνδυνο το κίνημα #metoo να χειραγωγηθεί, αν όχι να φιμωθεί από την άνευ όρων κομματική αντιπαλότητα, μου γεννήθηκαν ορισμένες σκέψεις αναφορικά με την πορεία της δημοκρατίας, τον ρόλο των ΜΜΕ, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως έκφρασης της ισχυρής κοινωνίας. 

Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι εδώ και δέκα και πλέον χρόνια ζούμε σε μία διχαστική δημοκρατία, που μοιράζεται σε στρατόπεδα και παράλληλες σφαίρες επιρροής, γύρω από τις οποίες στρατεύονται κόμματα, ΜΜΕ, ιστοσελίδες και χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτά τα δύο στρατόπεδα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, έχουν πολλές φορές μία εντελώς διαφορετική πρόσληψη της πραγματικότητας, επιχειρώντας να προσαρμόσουν την αλήθεια στην προκατάληψή τους, που συνήθως πηγάζει από μία πηγαία εχθροπάθεια.

Κι αυτό στο τέλος της ημέρας είναι βαθιά προσβλητικό για τον ίδιο τον πολίτη. Η εμφάνιση και εξάπλωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του διαδικτύου στη χώρα μας ήταν αρχικά μία επαναστατική πράξη εκδημοκρατισμού. Πολίτες που πριν δεν είχαν την ευκαιρία να εκφραστούν από τα παραδοσιακά κανάλια δημόσιας έκφρασης (κόμματα, ΜΜΕ, συνδικάτα), βρήκαν την ευκαιρία να αποκτήσουν βήμα. Η πένα αντικαταστάθηκε από το πληκτρολόγιο και ο πολίτης μπορούσε πλέον να μοιραστεί ελεύθερα ιδέες και πληροφορίες με άλλους χρήστες.

Η δημόσια σφαίρα μεγάλωσε, τα εμπόδια εισόδου χαμήλωσαν, ένας νέος κόσμος δυνατοτήτων ανοίχτηκε μπροστά σε μία οθόνη υπολογιστή ή κινητού. Δημιουργήθηκαν με άλλα λόγια εκείνες οι προϋποθέσεις χειραφέτησης του πολίτη προς την εξουσία, είτε αυτή είναι πολιτική, είτε μιντιακή. 

Ωστόσο η πορεία των πραγμάτων ανέκοψε αυτό το κύμα εκδημοκρατισμού. Ο χειραφετημένος πολίτης αντί να είναι αντίβαρο και ελεγκτής της εξουσίας, έγινε απολογητής της, στρατευόμενος σε ένα σενάριο που το είχαν γράψει άλλοι και το οποίο είχε μονάχα νικητές και ηττημένους. 

Εγκλωβίστηκε σε ένα πλέγμα διλημματικών σκοπιμοτήτων, το οποίο επέβαλλε σε αρκετές περιπτώσεις την ανωνυμία και πίσω από την ανωνυμία, το πληκτρολόγιο μετατράπηκε σε ένα πολυβόλο όπλο, το οποίο στοχεύει αποκλειστικά αντιπάλους σε έναν καθημερινό πόλεμο χαρακωμάτων.

Θεμέλιος λίθος της Δημοκρατίας είναι ο χειραφετημένος πολίτης, ο οποίος διακινεί τις ιδέες του ελεύθερα χωρίς εξαρτήσεις. Ο χειραφετημένος πολίτης αποτελεί επίσης θεμέλιο και της ισχυρής κοινωνίας, που δεν χειραγωγείται, που ζητά αξιόπιστη πληροφόρηση και ενημέρωση από τα ΜΜΕ, που πιστεύει στους θεσμούς και τη δημοκρατία των αντιβάρων, όπου η μία εξουσία ελέγχει την άλλη και δεν την μεταβολίζει  με όρους τυφλής επικράτησης.

Η Δημοκρατία είναι για όλους και μέσα σε αυτή οφείλουμε να εξασφαλίσουμε τις συνθήκες της διαλεκτικής συνύπαρξης, με όρους αμοιβαίου σεβασμού και ελέγχου. Δεν είναι βάθρο στο οποίο εναλλάσσονται αντίπαλοι συνασπισμοί εξουσίας, αλλά ένα συμπεριληπτικό πείραμα στο οποίο μετέχουμε όλοι ισότιμα και ελεύθερα. 

Ομολογώ ότι οι σκέψεις μου μετά την συζήτηση στη Βουλή δεν ήταν αισιόδοξες. Η λογική «τα δικά σου τρολ είναι καλύτερα από τα δικά μου» ή «οι δικοί σου δημοσιογράφοι είναι τοξικότεροι των δικών μου» μου δημιούργησε ένα αίσθημα ασφυξίας. Σε κάθε περίπτωση χρειαζόμαστε έναν συνεπή αγώνα αντίστασης στην ευτέλεια και είμαστε υποχρεωμένοι να τον δίνουμε καθημερινά. Προσωπικά, έχω βαθιά ριζωμένη μέσα μου την ελπίδα ότι η Δημοκρατία ως αυταξία στον δημόσιο διάλογο, τελικά θα επιβληθεί.



«Γιατί οι Δημοκρατικοί πρέπει να σκέφτονται διαφορετικά την αξία» #Michael_Sandel

Σε συνέντευξη με τον Evan Osnos (The New Yorker) και με αφορμή το βιβλίο του ‘η Τυραννία της Αξιοκρατίας’ (σύντομο βίντεο εδώ), ο Michael Sandel αναζητά το κοινό καλό και ανησυχεί ότι ο σύγχρονος φιλελευθερισμός επικεντρώθηκε υπερβολικά μονόπλευρα στο άτομο που αποστασιοποιήθηκε από την κοινότητα.  Κάτι τέτοιο οδήγησε σε μια πολιτική που απέτυχε να ασχοληθεί με τις κοινές μας ταυτότητες και με κοινούς ηθικούς σκοπούς.

Ο γνωστός πολιτικός φιλόσοφος θεωρεί ότι στο Brexit και την εκλογή Τραμπ υπήρχε κάτι περισσότερο σε αυτήν την αντίδραση από την απώλεια θέσεων εργασίας και τη στασιμότητα των μισθών που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση. Υπήρχε κάτι περισσότερο από τα άσχημα συναισθήματα ξενοφοβίας, μισογυνισμού και ρατσισμού που ο Τραμπ υποκίνησε και εναγκάλισε. Θεώρησε ότι παράλληλα με αυτά τα άσχημα συναισθήματα υπήρχαν κάποια νόμιμα παράπονα που τα κυρίαρχα κόμματα είχαν ξεχάσει και είχαν αποτύχει να αντιμετωπίσουν. Κεντρικό στοιχείο αυτών των παραπόνων ήταν ο θυμός και η δυσαρέσκεια κατά των επαγγελματικών και αξιοκρατικών ελίτ, οι οποίοι φαίνεται να αγνοούν εκείνους τους λιγότερο τυχερούς, λιγότερο αξιόπιστους από τους εαυτούς τους.

Ο Σαντέλ εξηγεί τι εννοεί με τον όρο “αξιοκρατική ύβρις”. Είναι η τάση εκείνων που προσγειώνονται στην κορυφή να πιστεύουν ότι η επιτυχία τους είναι αποκλειστικά δική τους πράξη, το μέτρο της αξίας τους και, κατά συνέπεια, ότι εκείνοι που απέτυχαν, εκείνοι που έμειναν πίσω, πρέπει να είναι άξιοι της μοίρας τους. Είναι η τάση να ξεχνάμε το χρέος μας στην οικογένεια, τους δασκάλους, την κοινότητα, τη χώρα και τους χρόνους στους οποίους ζούμε ως συνθήκες για την επιτυχία που απολαμβάνουμε.
Όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι η επιτυχία μας είναι αποκλειστικά δική μας δουλειά, τόσο πιο δύσκολο είναι να δούμε τους εαυτούς μας στη θέση των άλλων ανθρώπων, τόσο πιο δύσκολο είναι να αισθανόμαστε μια αίσθηση αμοιβαίας ευθύνης για τη μοίρα των συμπολιτών μας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν ακμάζουν στη νέα οικονομία.

Αυτό που είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η τυραννία της αξίας ασκείται προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία και πιο σημαντική πλευρά, ασκείται προς εκείνους που αποκλείονται, που δεν τα καταφέρνουν, είτε επειδή δεν μπόρεσαν είτε επειδή δεν είχαν την φιλοδοξία. Αλλά οι αξιοκρατικές πιέσεις ασκούν επίσης ένα είδος τυραννίας στους νικητές. Παραμορφώνουν τα παιδικά και εφηβικά χρόνια πολλών παιδιών που μεγαλώνουν και των οικογενειών τους, από την πυρετώδη προσπάθεια να κερδίσουν την είσοδο σε επιλεγμένα πανεπιστήμια, η ακραία έκφραση των οποίων ήταν το σκάνδαλο των εισαγωγών στα κολέγια του 2019.
Μέρος του επιχειρήματος του βιβλίου είναι ότι, για το καλό όλων, πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να αναλογιστούμε αν αυτός ο τρόπος είναι ο σωστός για να οργανώσουμε την κοινωνία μας, να διαθέσουμε ευκαιρίες και εκτίμηση.

Ο Σαντέλ θα προέτρεπε τον Μπάιντεν να αναδείξει ένα ένστικτο που έχει ήδη εκφράσει όταν μιλάει για την “αξιοπρέπεια της εργασίας”. Αυτό που έχει χάσει η ρητορική της ατομικής ανέλιξης είναι η χαμένη αξιοπρέπεια της εργασίας στην οποία πολλοί άνθρωποι περνούν αφοσιωμένα τη ζωή τους . Όχι μόνο από την άποψη των στάσιμων μισθών, αλλά και από την άποψη της κοινωνικής αναγνώρισης. Τιμή. Στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας πολλών εργαζομένων βρίσκεται η αίσθηση ότι η δουλειά που κάνουν δεν γίνεται σεβαστή με τον τρόπο που ήταν κάποτε. Όχι μόνο η οικονομία αλλά και ο πολιτισμός τους έχουν αφήσει πίσω.


* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση  εδώ



Η «μακρο-Covid» οικονομική αδυναμία της Ευρώπης #Adam_Tooze

Σε ένα οικονομικό άρθρο-παρέμβαση ο Adam Tooze επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή συμφωνία για το ταμείο ανάκαμψης δεν αρκεί για την αντιμετώπιση της κρίσης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 2020 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της ζώνης του ευρώ μειώθηκε κατά 7,6%.
Πολύ χειρότερα δηλαδή από την οπισθοδρόμηση που υπέστη το 2008-09, ή από τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης στην ευρωζώνη, αλλά επίσης πολύ χειρότερα από τις ΗΠΑ, όπου το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 3,5 τοις εκατό το 2020. Κάποιος μπορεί να αναφέρει αντισταθμιστικά τα lockdown, αλλά η Ευρώπη δεν έχει να πανηγυρίσει για πολλά ούτε στον τομέα της δημόσιας υγείας.

Για να αντιμετωπίσει τη διολίσθηση, η ΕΚΤ έχει τραβήξει πολλούς από τους μοχλούς πολιτικής της. Χάρη στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, κάθε κράτος στην Ευρώπη μπορεί να δανειστεί, όπως και άλλα κράτη σε όλο τον κόσμο, με ρεκόρ χαμηλών επιτοκίων. Ωστόσο, αν και η αποφυγή κρίσης δημοσίου χρέους είναι η απαραίτητη προϋπόθεση ανάκαμψης, δεν αρκεί.

Ναι, οι δημοσιονομικοί κανόνες χαλάρωσαν αμέσως. Ναι, σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, ιδίως στη Γερμανία και την Αυστρία, η δημοσιονομική απάντηση ήταν σημαντική. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι στα οικονομικά ασθενέστερα μέρη της ευρωζώνης η οικονομική ώθηση δεν ήταν πουθενά αρκετά μεγάλη – ιδιαίτερα στην Ισπανία αλλά και στην Ιταλία, η οποία σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις αντιμετωπίζει ένα τεράστιο χάσμα του 10%, μεταξύ της δυνητικής και της πραγματικής παραγωγής.

Η ΕΚΤ κινείται, διακριτικά, προς μια κατεύθυνση Ιαπωνίας, στοχεύοντας τα επιτόκια και τα spreads. Αυτό εξαλείφει τον κίνδυνο πανικού, που είναι μια τεράστια ανακούφιση. Αλλά δεν θα αποκαταστήσει από μόνο του την ανάπτυξη. Περισσότερες «στοχευμένες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης» σε ευρωπαϊκές τράπεζες μπορεί να βοηθήσουν. Και μπορεί να υπάρξει μια συζήτηση για ακόμη πιο τολμηρή χρήση διπλών επιτοκίων για την παροχή κινήτρων για περαιτέρω δανεισμό. Αλλά αυτό που χρειάζεται κυρίως η Ευρώπη είναι μια δεύτερη μεγάλη δημοσιονομική τονωτική ένεση.

Όσον αφορά τις τρέχουσες δημοσιονομικές συνθήκες , οι προοπτικές για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι μάλλον μελαγχολικές. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, στα τέλη του τρέχοντος έτους, το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ θα παραμείνει 3% κάτω του 2019. Πρόκειται για μια απώλεια 360 δισεκατομμυρίων ευρώ – περίπου το μέγεθος της οικονομίας της Δανίας. Αντίθετα, μέχρι το τέλος του 2021 οι ΗΠΑ πιθανότατα θα ανακάμψουν πλήρως. Η Κίνα θα είναι κοντά στο 10% πιο πάνω από ό, τι ήταν στα τέλη του 2019. Ακόμη και η αργά κινούμενη Ιαπωνία θα ανακάμψει πιο γρήγορα από την ΕΕ.

Το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ δεν αναμένεται να ανακτήσει το επίπεδο του 2019 πριν το 2022. Και δεν θα ανακάμψουν όλοι με τον ίδιο ρυθμό. Η Γερμανία, ο Ευρωπαίος πρωταθλητής, αναμένεται να είναι 1,5% μπροστά από εκεί που ήταν στα τέλη του 2019. Με οποιοδήποτε πρότυπο, κάτι τέτοιο θα ήταν πενιχρό, αλλά οι Γερμανοί θα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί: στα τέλη του 2022 ο ΟΟΣΑ αναμένει το ΑΕΠ της Ισπανίας να είναι 3% κάτω από το επίπεδο πριν την κρίση.
Και η πραγματική ανησυχία πρέπει να είναι η Ιταλία. Η οικονομία της Ιταλίας βρίσκεται σε υποβάθμιση για περισσότερο από μια δεκαετία και το 2020 την κτύπησε ακόμη περισσότερο. Καθώς φαίνονται τα πράγματα στο τρίτο τρίμηνο, το ΑΕΠ ήταν 10% κάτω από εκείνο που ήταν το πρώτο τρίμηνο του 2008.

Η ανάπτυξη δεν είναι το παν. Η κοινωνική ασφάλιση είναι σημαντική. Η περιβαλλοντική ατζέντα απαιτεί ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Η Πράσινη Συμφωνία της ΕΕ είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Αλλά εάν η Ευρώπη αποτύχει να δώσει προοπτικές, όχι μόνο για την «επόμενη γενιά» αλλά και για την σημερινή, δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται αν η αισιοδοξία που σχετίστηκε με τα πολιτικά επιτεύγματα του 2020, εξασθενήσει πολύ γρήγορα.

** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ




*Τα σκίτσα δια χειρός Χρήστου Παπανίκου. Οι διάλογοι του φλύαρου του Ντέμοκρατ.

**Οι νέοι αναγνώστες του Ντέμοκρατ μπορείτε να περιηγηθείτε στα προηγούμενα newsletters πατώντας εδώ

Ρίξε μια ματιά και εδώ

Ο Democrat και από την Θεσσαλονίκη έδειξε πως η Πολιτική μπορεί να επιστρέψει και η Δημοκρατία να γίνει ξανά ισχυρή

Ένα ακόμα ουσιαστικό βήμα στην ανάδειξη της Δημοκρατίας ως το βασικό πολιτικό διακύβευμα των καιρών μας, πραγματοποίησε την…

29/06 -Save the Date

Πρόκειται για μία πολιτική εκδήλωση διαφορετική από αυτές που συνηθίσαμε μέχρι τώρα και γίνεται υπό την αιγίδα του…
Total
0
Share