Με διάγγελμά του την παραμονή του νέου έτους, ο Πρόεδρος Μακρόν απολογήθηκε στον γαλλικό λαό για τη διάλυση της εθνικής αντιπροσωπείας και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών αμέσως μετά την ήττα του στις ευρωεκλογές του περασμένου Ιουνίου. Η προκήρυξη πρόωρων εκλογών σόκαρε τους Γάλλους και την Ευρώπη συνολικά, καθώς ο κίνδυνος να βρεθεί στην εξουσία η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λεπέν και σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος να επικρατήσει πολιτικό χάος, ήταν περισσότερο από προφανής.
Προφανής σε όλους, εκτός του Μακρόν.
Η αντίληψη του κινδύνου για τη δημοκρατία, η αντίληψη των αναγκών της κοινωνίας, προϋποθέτει, πριν απ’ όλα, βαθιά πολιτική αντίληψη. Προϋποθέτει βαθιά κατανόηση της πολιτικής και, κατ’ επέκταση, βαθιά πολιτική συμπεριφορά. Ο Μακρόν, όμως, στέκεται, σταθερά, απέναντι στην πολιτική. Ευθύς εξαρχής πολιτεύεται πάνω στην ανιστόρητη και ελιτίστικη κατάργηση της πολιτικής αντιπαράθεσης, πάνω στην κατάργηση του διπόλου αριστερά – δεξιά. Κατ’ αυτόν, δεν υπάρχουν αξιόλογες πολιτικές διαφωνίες, υπάρχουν κατά κύριο λόγο προβλήματα που αναζητούν τεχνικές λύσεις, ανεξαρτήτως ιδεών, προγραμμάτων, θέσεων. Χρησιμοποιώντας ορολογία από τα δικά μας, ο μακρονισμός είναι η πολιτικά κενή αριστεία στην εξουσία.
Όμως, η ουδετερότητα, ο τεχνοκρατισμός, η αριστεία, δεν μπορούν να παραγάγουν πολιτική, δεν μπορούν να παραγάγουν ιδέες και θεσμικές διεξόδους. Αντίθετα, εγκλωβίζονται και εξαντλούνται στη διαχείριση του υπαρκτού, στη μικρή, κενή διαχείριση της πραγματικότητας. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο αδιέξοδο του μακρονισμού σήμερα: στην ανικανότητά του να απαντήσει στο αίτημα πολιτικής αλλαγής που σαρώνει τη Γαλλία και την Ευρώπη, στην ανικανότητά του να συμπληρώσει το κενό που έχει δημιουργήσει.
Ο Μακρόν ανήλθε και διατηρήθηκε στην εξουσία δια του ετεροπροσδιορισμού, εξαιτίας δηλαδή του μεγάλου φόβου που προκαλούσε η Λεπέν στο γαλλικό εκλογικό σώμα. Τώρα πλέον που ο φόβος αυτός μοιάζει, δυστυχώς, να περιορίζεται αρκετά, ο Μακρόν δείχνει ανήμπορος και μικρός μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος. Τα παλιά διλήμματά του αφήνουν αδιάφορη την κοινωνία, ενώ και η ίδια η κατάργηση του διπόλου αριστερά – δεξιά, όπως προσφυώς έχει αναδείξει ο Μικαέλ Φεσέλ, τίποτε άλλο δεν πέτυχε, παρά να δικαιολογήσει και εν τέλει να ενισχύσει την ακροδεξιά:
μα, αφού δεν υπάρχει αριστερά και δεξιά, τότε, λοιπόν, πώς μπορεί να υπάρξει ακροδεξιά;
Ο Πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του είναι γνωστοί θιασώτες του μακρονισμού. Σε όλη την πορεία τους, πολλές φορές αντέγραψαν, συχνά ευθέως, τις θέσεις και τις πρακτικές του Μακρόν. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, όπως ακριβώς ο Μακρόν, εξακολουθεί να διακηρύσσει ότι το δίπολο αριστερά – δεξιά ανήκει στο παρελθόν. Μάλιστα, για να δώσει ταυτότητα στο απολίτικο συνονθύλευμα εξουσίας που έχει δημιουργήσει, εισήγαγε τον φανταχτερό όρο του «πολυδιάστατου εκσυγχρονισμού». Φυσικά, ούτε πολυδιάστατος είναι, ούτε, βέβαια, εκσυγχρονισμός.
Ακόμα, όπως ο Μακρόν, ο Πρωθυπουργός ανήλθε και διατηρήθηκε στην εξουσία ετεροπροσδιοριζόμενος. Εν προκειμένω ήταν ο φόβος του ΣΥΡΙΖΑ της μνημονιακής εποχής. Τώρα που ο φόβος αυτός τελείωσε, τελείωσε και το κυβερνητικό στρατηγικό αφήγημα. Και όπως ο Μακρόν, σήμερα πελαγοδρομεί. Αναζητά μάταια έναν νέο ΣΥΡΙΖΑ, έναν νέο εχθρό, για να μπορέσει να ισορροπήσει στο κέντρο και να σταθεί από τα χτυπήματα που δέχεται από τα δεξιά του (εσωκομματικά και μη) και από τα αριστερά του. Εκείνα τα δεξιά και αριστερά που υποτίθεται πως ανήκαν στο παρελθόν. Προσπαθεί, με λίγα λόγια, ο Πρωθυπουργός, να μην πέσει στο πολιτικό κενό που ο ίδιος έχει δημιουργήσει.
Η επιλογή «στρίψατε επί δεξιά», αρμονική με τη διεθνή συγκυρία, φέρεται ως το πιθανό σωσίβιο το οποίο επεξεργάζεται ο κ. Μητσοτάκης. Και βεβαίως, αυτό δεν μπορεί να αφορά μόνο το επίπεδο των συμβολισμών (βλ. Τασούλα ΠτΔ) αλλά κυρίως αυτό των ιδεών. Έτσι, λοιπόν, ο ίδιος ο πρωθυπουργός που επικαλέστηκε τη «γνώση» και την «τόλμη» και έφερε τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών επιχειρηματολογώντας στη βάση της επιστήμης ότι «σχεδόν ένας στους εκατό ανθρώπους μπορεί να γεννιέται με κάποια παραλλαγή φύλου», σήμερα πιστεύει ότι «υπάρχουν δύο φύλα, το αρσενικό και το θηλυκό, αυτό υπαγορεύει η βιολογία». Όμως η πολιτική δεν μπορεί να είναι συγκυριακή και εύπλαστη, υποταγμένη στα κελεύσματα της εξουσίας και συντεταγμένη με την ιδιοτέλεια και το κομματικό συμφέρον -αλλά να βασίζεται σε σταθερές αρχές και αξίες.
Η Σέρι Μπέρμαν, γράφοντας για την ιστορία της σοσιαλδημοκρατίας, θεωρούσε ότι προϋπόθεση της κοινωνικής αλλαγής και προόδου είναι το πρωτείο της πολιτικής. Πράγματι, έτσι είναι και έτσι θα συνεχίσει να είναι. Χρέος των προοδευτικών του τόπου μας είναι να μην το λησμονούμε στιγμή. Να συνεχίσουμε και να εμβαθύνουμε στον δρόμο της πολιτικής. Κάθε άλλος δρόμος οδηγεί στο κενό.
