
«Sunderland ’Til I Die’» είναι ο όρκος μεταξύ των φιλάθλων και της ομάδας του λιμανιού του Σάντερλαντ, μίας πόλης 175.000 κατοίκων που ζει και αναπνέει για την ποδοσφαιρική της ομάδα. Το ντοκυμαντέρ εξελίσσεται αμέσως μετά τον υποβιβασμό της Σάντερλαντ στην Β κατηγορία το 2017. Η κάμερα καταγράφει τους πρωταγωνιστές της ομάδας, τους εργαζόμενους αλλά και τους φιλάθλους, σε μία πτωτική πορεία από την Α στη Γ κατηγορία και τις δύσκολες στιγμές που περνάει η ομάδα τους.
Οι μη ποδοσφαιρόφιλοι πιθανώς δεν έχουν ακούσει καν το όνομα της Σάντερλαντ, καθώς πρόκειται για μία μικρομεσαία ομάδα της Premier League με μακρά ιστορία και 6 πρωταθλήματα -αυτά όμως πριν όμως τον 2ο Π.Π..
Οι ποδοσφαιρόφιλοι τη γνωρίζουν αλλά πιθανώς τους είναι αδιάφορη, εκτός εάν περιμένουν κάποιο αποτέλεσμα σε κάποιο κουπόνι ενός στοιχήματος.
Όμως οι κάτοικοι της ομώνυμης πόλης την έχουν τόσο ψηλά, περίπου όσο την οικογένειά τους ή το θεό. Αυτός είναι και ο λόγος που το ντοκυμαντέρ ξεκινά με το κήρυγμα ενός ιερέα, ο οποίος, στην κυριακάτικη λειτουργία, παραλληλίζει τη δύναμη και την ανάγκη της πίστης στο Θεό, με την ανάγκη πίστης στην ανάκαμψη του συλλόγου της πόλης.
Για τους φτωχοποιημένους κατοίκους μίας πρώην βιομηχανικής πόλης η επιστροφή της ομάδας τους στα σαλόνια της Premier League είναι η δική τους ανάσταση. Αυτό διαπιστώνεις συνομιλώντας με τον ταξιτζή, βλέποντας την έκφραση του ανθρακωρύχου σε ένα γκολ ή την ψυχολογία του λιμενεργάτη μετά από μία ήττα. Το γήπεδο είναι γεμάτο άντρες, γυναίκες και παιδιά· τις Κυριακές γίνονται όλοι μία μεγάλη οικογένεια, ενώ η πορεία προς το γήπεδο με τα χρωματιστά κασκόλ είναι σχεδόν σαν ιεροτελεστία.
Σε μία μικρή πόλη που αδυνατεί να σταθεί στα πόδια της μετά και τις συνέπειες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, αυτή η ομάδα είναι το μοναδικό κοινό πράγμα που μπορεί να τους φέρει χαρά και νόημα στη ζωή τους.
Η παραπάνω περιγραφή αποδεικνύει περίτρανα ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα ακόμη άθλημα αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο, με την κοινωνία της Σάντερλαντ να είναι οι οπαδοί της ομάδας. Ίσως αυτό να μην αντιλήφθηκαν οι ιθύνοντες νόες της ιδέας δημιουργίας ενός κλειστού ελιτίστικου πρωταθλήματος μεταξύ συγκεκριμένων πλούσιων και δημοφιλών ομάδων στο βωμό του κέρδους και έναντι της ισότητας και του αθλητικού πνεύματος. Έχει όμως ενδιαφέρον να ερμηνεύσουμε τις αντιδράσεις και πώς κατέρρευσε αυτή η ιδέα εντός ελάχιστων ημερών.
Καταρχάς, η Μπάγερν Μονάχου πήρε τα δημόσια εύσημα διότι -λένε ότι- αρνήθηκε εξ αρχής να συμμετάσχει σε αυτή την πρωτοβουλία. Κάτι που σίγουρα θα την τιμούσε, όπως βεβαίως και θα της έδινε πόντους στα μάτια των ποδοσφαιρόφιλων όλου του κόσμου. Μονάχα που η πραγματικότητα είναι ότι ένας θεσμός είναι αυτός που απέτρεψε τη συμμετοχή της.
Ο νόμος τού 50+1 είναι η μετοχική σύνθεση που επιτρέπεται να έχει μία γερμανική ομάδα, προκειμένου να πάρει άδεια συμμετοχής στο πρωτάθλημα, με το 50% +1 των μετοχών της ομάδας να ανήκει στο ίδιο το κλαμπ, δηλαδή στην ένωση μελών. Έτσι, τα μέλη της ομάδας έχουν τον έλεγχο της και ένας επενδυτής δεν μπορεί να αποφασίζει μονομερώς και αυθαίρετα, ενώ η ομάδα παραμένει συνδεδεμένη με την κοινότητα.
Στην περίπτωση της Γερμανίας, λοιπόν, οι θεσμοί ήταν αυτοί που απέτρεψαν την σκληρή καπιταλιστική εκδοχή της δημιουργίας του κλειστού κλαμπ των ποδοσφαιρικών ελίτ.
Κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην Βρετανία, καθώς οι αγγλικοί θεσμοί επέτρεψαν στους ιδιοκτήτες των αγγλικών ομάδων να σχεδιάσουν με βάση το συμφέρον τους, αλλά προσέκρουσαν σε μια κουλτούρα δικαιοσύνης των οργανωμένων οπαδών. Και τούτο διότι η Βρετανία, ως η χώρα που ανέδειξε την αξία των ανοιχτών πολιτικών και οικονομικών θεσμών, έδειξε την αξία της ισχυρής κοινωνίας και τη σημασία της κουλτούρας που απέκτησε με βάση την ποιότητα της δημοκρατίας της.
Θεσμοί & κουλτούρα, λοιπόν, οι λέξεις-κλειδιά. Παράμετροι που δεν συναντήσαμε στις χώρες του νότου, όπου εκεί οι αντιδράσεις ήταν κατώτερες του αναμενομένου. Άλλωστε, οι δημοκρατίες στο νότο μετρούν λίγα χρόνια ζωής, με την εδραίωσή τους σε Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία την δεκαετία του ’80, ενώ ακόμη και η Ιταλία εδραιώνει τη δημοκρατία της την ίδια δεκαετία, καθώς μετά τον 2ο Π.Π. και επί 3 δεκαετίες βρίσκεται σε έναν άτυπο εμφύλιο μεταξύ δεξιάς και αριστεράς. Ο νότος δεν αντέδρασε διότι είναι συνηθισμένος σε τέτοιου είδους αποφάσεις από τις ελίτ και δεν έχει την πίστη ότι μπορεί να τις ανατρέψει δημοκρατικά με την αντίδρασή του. Του λείπουν και οι θεσμοί και η κουλτούρα και βεβαίως αυτή θα πρέπει να είναι και επένδυσή του στον 21ο αιώνα, η ποιότητα και το βάθος που απαιτεί μία καλύτερη δημοκρατία.
Στη μεγάλη εικόνα, η συζήτηση αυτή αφορά μία ακόμη σύγκρουση μεταξύ «ανοιχτού και κλειστού». Πρόκειται για έναν σαφή ιδεολογικό διαχωρισμό για το πώς αντιλαμβανόμαστε την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία. Η εξωστρεφής -και όχι η φοβική- ματιά μιας χώρας, η οικονομία που καθετοποιεί και αναδιανέμει τον πλούτο συμπεριλαμβάνοντας όλους τους πολίτες και η κοινωνία που, έναντι των ιδεοληψιών και των στερεοτύπων, επενδύει στον άνθρωπο και τις δυνατότητές του, είναι τα στοιχεία που θα ενισχύσουν και θα θωρακίσουν τη δημοκρατία μας στον αιώνα που διανύουμε.

«Έχει νόημα να αμφισβητούμε την ηθική του καπιταλισμού;» #Laura_Pennacchi

Στο άρθρο της, η Laura Pennacchi σημειώνει ότι ηπαγκόσμια πανδημία φέρνει όλα τα ζητήματα που βασανίζουν τον σύγχρονο κόσμο σε σημείο βρασμού: έλλειψη θέσεων εργασίας, οικολογικός μετασχηματισμός, μαζική μετανάστευση, βιοτεχνολογίες, τεχνητή νοημοσύνη και την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της επιστήμης, της εκπαίδευσης, των δημόσιων αγαθών και του πολιτισμού.
Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, το οποίο ήδη από το προηγούμενο έτος στο Νταβός ανακοίνωσε «τερματισμό των κερδών χωρίς ηθική», διακηρύσσει τώρα « καλύτερες οικονομίες και κοινωνίες ». Η ανάγκη να συζητηθεί η νομιμότητα του καπιταλισμού, ακόμη και υπό αυστηρό ηθικό πεδίο, αναγνωρίζεται σε διάφορα μέτωπα.
Ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς δεν συμφωνεί ωστόσο. H πεποίθησή του είναι ότι «η ανήθικη συμπεριφορά είναι απαραίτητη για την επιβίωση σε έναν κόσμο στον οποίο όλοι προσπαθούν να κερδίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα».
Αντιθέτως, ο Amartya Sen θεωρεί έναν τέτοιο δρώντα ως «λογικό ανόητο» και «κοινωνικό ηλίθιο» – το μοναδικό του πρόβλημα συνίσταται στη συγκέντρωση συγκεκριμένων μέσων και σε συγκεκριμένους σκοπούς, χωρίς να σκέφτεται το ένα ή το άλλο, με πλήρη άγνοια της δικής του εγγενούς κοινωνικότητας και αλληλεξάρτησης.
Ίσως, λοιπόν, κάτι πολύ βαθύ να κάνει τη διαφορά εδώ: εάν ο εμφατικά ηθικοπολιτικός χαρακτήρας της παρούσας αναταραχής θέτει υπό αμφισβήτηση τη διάσταση της αξίας, αυτό δίνει στην καταγγελία των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων ένα ισχυρό ηθικό νόημα παρέχοντας παράλληλα μια ηθική με υψηλότερο κριτικό περιεχόμενο. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε στην επιφάνεια της τρέχουσας αναταραχής, λαμβάνοντας υπόψη τη δικαιοσύνη και την ισότητα μόνο ως ζητήματα αποζημίωσης και αναδιανομής. Αντίθετα, πρέπει να ανακτήσουμε τις βαθιές δομές που διαμορφώνουν τα συστήματα παραγωγής μας και τους παραγωγικούς μας ρόλους – τα καθήκοντά μας, τις δυνάμεις μας και το κοινωνικό μας κύρος.
Ο στόχος της πλήρους και υψηλής ποιότητας απασχόλησης έρχεται έπειτα στο προσκήνιο – ένας στόχος που σήμερα αποφεύγεται ακόμη και από τις κεντροαριστερές κυβερνήσεις. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας που οδήγησε τον Joe Biden να εξασφαλίσει την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, πολλοί υποστηρικτές του Δημοκρατικού Κόμματος δεσμεύτηκαν για την επεξεργασία προγραμμάτων για « εγγυημένες θέσεις εργασίας ».
Οι πρωτοβουλίες εγγυημένης εργασίας βασίζονται σε μια ευγενική θεωρητική παράδοση, από τον John Maynard Keynes έως τον James Meade, από τον Hyman Minsky έως τον Anthony Atkinson. Ο τελευταίος ανέπτυξε την πεποίθηση ότι σε περιστάσεις, όπως αυτές της σημερινής περιόδου, για δραματική υποεκμετάλλευση των θεμελιωδών παραγόντων της παραγωγής – εργασίας και κεφαλαίου – και ως εκ τούτου της υφέρπουσας «κοσμικής στασιμότητας» των χαμηλών επενδύσεων, το κράτος δεν πρέπει πλέον να επικεντρώνεται στις αδιάκριτες νομισματικές μεταβιβάσεις.
Αντίθετα, θα μπορούσε και θα πρέπει να δημιουργήσει άμεσα θέσεις εργασίας, μέσω μεγάλων έργων στο στυλ του New Deal του Franklin D Roosevelt. Έτσι θα γίνει « εργοδότης της έσχατης ανάγκης » – μια εικόνα που με τη σειρά της υποδηλώνει το « καινοτόμο κράτος » και το «στρατηγικό κράτος».
Εάν πιστεύουμε ότι η αποκατάσταση της ηθικής διάστασης είναι θεμελιώδης, ακόμη και συμπεριλαμβανομένης μιας κριτικής για τον καπιταλισμό, αυτό μας ωθεί να αναδείξουμε το διακύβευμα. Πρέπει να επικεντρωθούμε σε μια μεγάλης κλίμακας «μεταρρύθμιση» του καπιταλισμού, μια βαθιά μεταρρύθμιση όπως αυτή που περιγράφεται από τον Κέινς.
Στη συνέχεια, ένα ασυνήθιστα ριζοσπαστικό θεωρητικό σχέδιο και ηθικοπολιτική κριτική συνδυάζοντας την καινοτόμο κεϋνσιανή σκέψη με τις επαναστατικές πρωτοβουλίες του Ρούσβελτ και τον ριζοσπαστικό ευρωπαϊκό ρεφορμισμό – από το αγγλικό εργατικό κίνημα εμπνευσμένο από τον William Beveridge έως τη Σκανδιναβική σοσιαλδημοκρατία – όλα εν τω μεταξύ να αντιτάσσονται, ακόμη και στο επίπεδο των ιδανικών, σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού.
* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

«Ο ιός της κούρασης» #Byung-Chul_Han

Στο άρθρο του στο Nation και την El Pais, ο Γερμανοκορεάτης Byung-Chul Han, ένας από τους επιδραστικότερους αλλά ταυτόχρονα πιο αμφιλεγόμενους και μυστικοπαθείς φιλοσόφους της εποχής μας, αναλύει την Covid19 ως τη νόσο της συλλογικής κόπωσης· μιας θεμελιώδους κόπωσης που μας συνοδεύει παντού και όλη την ώρα, όπως οι προσωπικές μας σκιές. Στην πραγματικότητα, ο χρόνος κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν διέπεται από τον ελεύθερο χρόνο και την επιβράδυνση αλλά από την κούραση και την κατάθλιψη.
Δέκα χρόνια πριν στο βιβλίο του, The Burnout Society, περιέγραψε την κούραση ως μια ασθένεια που πλήττει τη νεοφιλελεύθερη κοινωνία των επιτυχημένων. “Πιστεύουμε ότι είμαστε ελεύθεροι. Αλλά πραγματικά εκμεταλλευόμαστε τον εαυτό μας με πάθος μέχρι να καταρρεύσουμε. Η νεοφιλελεύθερη κοινωνία της επιτυχίας καθιστά δυνατή την εκμετάλλευση ακόμη και χωρίς κυριαρχία. Η αυτο-εκμετάλλευση είναι πιο αποτελεσματική από την εκμετάλλευση από άλλους επειδή συμβαδίζει με ένα αίσθημα ελευθερίας. Ο Κάφκα εξέφρασε με μεγάλη σαφήνεια το παράδοξο της ελευθερίας του σκλάβου που πιστεύει ότι είναι ο αφέντης“.
Μέσω των κοινωνικών μέσων, η νεοφιλελεύθερη μορφή ζωής επεκτείνεται και στον Τρίτο Κόσμο. Η άνοδος του εγωισμού, της ατομοποίησης και του ναρκισσισμού στην κοινωνία είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετατρέπουν όλους μας σε παραγωγούς, επιχειρηματίες των οποίων οι επιχειρήσεις είναι οι εαυτοί μας. Παγκοσμιοποιεί την κουλτούρα του εγώ που διαβρώνει την κοινότητα, διαβρώνει οτιδήποτε κοινωνικό.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, το νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο εργασίας απέκτησε ένα νέο όνομα: Κατ’ οίκον Εργασία. Η εργασία στο σπίτι είναι πιο κουραστική από την εργασία στο γραφείο. Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί ως προς την αυξημένη αυτο-εκμετάλλευση. Αυτό που είναι κουραστικό είναι η μοναξιά που εμπλέκεται, το ατελείωτο κάθισμα κάποιου με τις πιτζάμες μπροστά από την οθόνη. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με εμάς τους ίδιους, η θεμελιώδης κόπωση είναι τελικά ένα είδος κόπωσης του εγώ. Είμαστε κουρασμένοι λόγω της έλλειψης κοινωνικής επαφής, αγκαλιών, σωματικής αφής. Υπό συνθήκες καραντίνας αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι ίσως οι άλλοι άνθρωποι δεν είναι η «κόλαση», όπως έγραψε ο Σάρτρ στο «Κεκλεισμένων των Θυρών» , αλλά η θεραπεία.
Η απουσία τελετουργίας είναι ένας ακόμα λόγος για αυτήν την συλλογική κούραση. Στο όνομα της ευελιξίας, χάνουμε τις σταθερές χρονικές δομές και αρχιτεκτονικές που σταθεροποιούν και αναζωογονούν τη ζωή. Η τελετουργία δημιουργεί κοινότητα χωρίς επικοινωνία, ενώ σήμερα επικρατεί η επικοινωνία χωρίς κοινότητα. Ακόμη και αυτές οι τελετουργίες που είχαμε ακόμα, όπως οι ποδοσφαιρικοί αγώνες, οι συναυλίες και οι έξοδοι στο εστιατόριο, το θέατρο ή τον κινηματογράφο, ακυρώθηκαν. Χωρίς τις χειρονομίες χαιρετισμού, κλεινόμαστε πίσω στον εαυτό μας. Το να χαιρετάς κάποιον εγκάρδια καθιστά τον εαυτό σου πιο ανάλαφρο. Η κοινωνική απόσταση διαλύει την κοινωνική ζωή.
Ο πολιτισμός ήταν το πρώτο πράγμα που εγκαταλείφθηκε κατά το lockdown. Τι είναι ο πολιτισμός; Δημιουργία κοινότητας! Δεν είναι η οικονομία, αλλά κυρίως ο πολιτισμός, δηλαδή η κοινοτική ζωή, που πρέπει να ανακάμψει από αυτήν την κρίση το συντομότερο δυνατό.
Οι συνεχείς διασκέψεις Zoom μας μετατρέπουν σε Zoom ζόμπις. Μας αναγκάζουν μόνιμα να κοιτάζουμε στον καθρέφτη. Η πανδημία αποκάλυψε επίσης τις αρνητικές παρενέργειες της ψηφιοποίησης. Η ψηφιακή επικοινωνία δεν έχει τη φυσική παρουσία του άλλου, δεν υπάρχει βλέμμα, ούτε σώμα. Είναι μια επικοινωνία χωρίς συντονισμό, χωρίς ευτυχία. Ο ιός μας αποξενώνει από το σώμα.
Η μανία για την υγεία ήταν ήδη ανεξέλεγκτη πριν από την πανδημία. Στη μάχη για επιβίωση, δεν τίθεται το ζήτημα της καλής ζωής. Επιστρατεύουμε όλες τις δυνάμεις της ζωής μόνο για να την παρατείνουμε με κάθε κόστος. Η παράταση της ζωής γίνεται η υψηλότερη αξία. Προς το συμφέρον της επιβίωσης, θυσιάζουμε πρόθυμα ό, τι κάνει τη ζωή άξια να βιωθεί.
Σύντομα θα έχουμε επαρκή εμβόλια για να νικήσουμε τον ιό. Αλλά δεν θα υπάρχουν εμβόλια κατά της πανδημίας της κατάθλιψης.
Παρά τον πεσιμισμό του ο Byung-Chul Han αφήνει μια ακτίνα αισιοδοξίας: “O ιός είναι επίσης μια κρίση με την ελληνική έννοια της Krisis , δηλαδή ένα σημείο καμπής. Διότι μπορεί επίσης να μας επιτρέψει να αντιστρέψουμε τη μοίρα μας και να απομακρυνθούμε από την αγωνία μας. Μας απευθύνεται επειγόντως: πρέπει να αλλάξετε τη ζωή σας! Μπορούμε όμως να το κάνουμε μόνο εάν αναθεωρήσουμε ριζικά την κοινωνία μας, εάν κατορθώσουμε να βρούμε μια νέα μορφή ζωής που είναι άνοση στον ιό της κόπωσης“, καταλήγει.
** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ
