Dark Light

Η πανδημία επιταχύνει τη μετάβαση της ανθρωπότητας στη νέα εποχή της πληροφορίας και των νέων τεχνολογιών, φέρνει το μέλλον πιο κοντά, σχεδόν σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές σταθερές. Οι κοινωνίες θα δοκιμαστούν από μία νέα φτώχεια κ αυτός είναι ο λόγος που επιστρέφει με όρους ισχύος στη δημόσια συζήτηση το ‘’Βασικό Εγγυημένο Εισόδημα’’ (Universal Βasic Income).

H θεωρία του Βασικού Εγγυημένου Εισοδήματος βασίζεται στο πλαίσιο πως όλοι οι πολίτες ενός κράτους δύνανται να λαμβάνουν, χωρίς προϋποθέσεις, ένα εισόδημα ικανό να καλύπτει τις βασικές τους ανάγκες, όπως αυτές προσδιορίζονται από τα εκάστοτε πρότυπα διαβίωσης.

Τα πέντε χαρακτηριστικά του Β.Ε.Ε. είναι η περιοδικότητα (καταβάλλεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και όχι ως εφάπαξ επιχορήγηση), η πληρωμή σε μετρητά και όχι σε είδος (ο πολίτης αποφασίζει σε τι δαπανά), η πληρωμή κατά άτομο και όχι κατά οικογένεια ή νοικοκυριό, η καθολικότητα (το παίρνουν όλοι ανεξαρτήτως εισοδηματικών κριτηρίων) και η άνευ όρων είσπραξή του (δεν απαιτείται εργασία ή προθυμία για εργασία). 

Η κεντρική ιδέα του Βασικού Εγγυημένου Εισοδήματος αφορά στο «δικαίωμα στο ελάχιστο» και διέπεται από τις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αξιοπρέπειας όλων των πολιτών σε μια κοινωνία.

Ας δούμε, όμως, κάποιες από τις εναλλακτικές του:

Μία ευρέως διαδεδομένη και εφαρμοσμένη παραλλαγή του Β.Ε.Ε. σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες είναι το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (Minimum Income Guarantee), είτε ως δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας, είτε ως μέσο για την παροχή κοινωνικής πρόνοιας. 
Εντούτοις, η φιλοσοφία του είναι τελείως διαφορετική από αυτήν του Β.Ε.Ε.. Καταρχάς, το Ε.Ε.Ε. δεν χορηγείται αυτόματα αλλά ο δικαιούχος το αιτείται. Μία δεύτερη ειδοποιός διαφορά είναι η σύνδεση του Ε.Ε.Ε. με την εργασία και την αναζήτησή της. Ακόμη, το Ε.Ε.Ε. δεν είναι ατομικό δικαίωμα αλλά συνδέεται με την οικογένεια, ενώ δεν έχει καθολικό χαρακτήρα και καταβάλλεται με βάση τους πόρους των δικαιούχων. 

Στην ευρύτερη φιλοσοφία του Β.Ε.Ε. εντάσσεται και ο αρνητικός φόρος εισοδήματος, ο οποίος έχει προϋποθέσεις για την καταβολή του, καθώς κάτω από ένα ορισμένο εισοδηματικό επίπεδο, ο δικαιούχος δεν φορολογείται, αλλά ενισχύεται. 
Παραλλαγή του αρνητικού φόρου εισοδήματος στη βάση κοινωνικών κριτηρίων είναι ο πιστωτικός φόρος εισοδήματος (earned-income tax credit).
Μία ακόμη σκέψη στο ίδιο πλαίσιο είναι αυτή του μη περιοριστικού βασικού εισοδήματος (unconditional basic income), σε σύνδεση με την κοινωνική προσφορά του ατόμου που το λαμβάνει (εθελοντισμός, κοινοτική εργασία κτλ.).

Η περίπτωση του συμμετοχικού εισοδήματος (Participation Income) εισάγεται για πρώτη φορά από τον Tony Atkinson την δεκαετία του ’90, ως ένας συμβιβασμός μεταξύ της φιλοσοφίας του Β.Ε.Ε. και της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης που συνδέει το εισόδημα με την εργασία. Ο Robert Goodin το αναπτύσσει ως κάτι ενδιάμεσο μιας παραγωγικής ουτοπίας “ευημερίας χωρίς εργασία”,  και μίας νεοφιλελεύθερης δυστοπίας “εργασία, όχι ευημερία”. Ο Tony Fitzpatrick το αποτυπώνει ως μία μετα-απασχόληση που καλλιεργεί πολλαπλές μορφές πολύτιμης δραστηριότητας, δηλαδή δραστηριότητες όπως η φροντίδα του περιβάλλοντος που δεν μπορεί να αποτιμηθεί οικονομικά. Ο Fitzpatrick προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ χρόνου, εργασίας και εισοδήματος και στοχεύει να διευρύνει το φάσμα των δραστηριοτήτων και των εισφορών που αναγνωρίζονται ως κοινωνικά χρήσιμες, παρέχοντας ταυτόχρονα μεγαλύτερη χρονική αυτονομία για τα άτομα να προσαρμόσουν τις δράσεις στον χρόνο.

Οι Καθολικές Βασικές Υπηρεσίες (Universal Basic Services) είναι ένα μοντέλο που συζητείται έντονα τα τελευταία χρόνια, με ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά έναντι του Β.Ε.Ε., ως μία πιο οικονομική και αποτελεσματική εκδοχή αντιμετώπισης της φτώχειας. Η θεώρησή του βασίζεται στην παροχή όλων εκείνων των οφελών που βασίζονται σε ένα βασικό εισόδημα υπό τη μορφή υπηρεσιών, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία, την ασφάλεια και την αυτονομία του πολίτη. Το μοντέλο αυτό αποτελεί το βιώσιμο μέλλον του κράτους-πρόνοιας και θεωρεί ότι η ευημερία δεν επιτυγχάνεται με τη διανομή χρημάτων, αλλά μέσω της διαθεσιμότητας καθολικών υπηρεσιών.

Οι Καθολικές Βασικές Υπηρεσίες ορίζουν τις βασικές υπηρεσίες ως τις εξής επτά (7):
1) Στέγαση
2) Διατροφή
3) Υγεία και κοινωνική μέριμνα
4) Εκπαίδευση
5) Μεταφορά (δωρεάν τοπικές μεταφορές)
6) Πρόσβαση στην πληροφορία (κινητό τηλέφωνο, internet)
7) Νομιμότητα και δημοκρατία

Σε αντίθεση με το Β.Ε.Ε., οι Καθολικές Βασικές Υπηρεσίες έχουν πατερναλιστική προσέγγιση, καθώς επιλέγουν τι χρειάζονται οι άνθρωποι και φροντίζουν να το έχουν. Η περισσότερη ελευθερία στις επιλογές που προσφέρει το Β.Ε.Ε. δρα ενδυναμωτικά στον πολίτη και του δίνει την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται να βγει από την παγίδα της φτώχειας. 

Ως επίλογο, κρατώ μία φράση του Dr. Martin Luther King που αντέχει στο χρόνο και αποτελεί αφετηρία για να προχωρήσουμε:  ‘Είμαι πεπεισμένος ότι η απλούστερη λύση απέναντι στην φτώχεια είναι να την καταργήσουμε ευθέως μέσω ενός τώρα ευρύτατα συζητούμενου μέτρου: το εγγυημένο εισόδημα. Μία σειρά από θετικές ψυχολογικές αλλαγές αναπόφευκτα θα απορρέουν από την εκτεταμένη οικονομική ασφάλεια. Η αξιοπρέπεια του ατόμου θα ανθήσει όταν οι αποφάσεις που αφορούν τη ζωή του βρίσκονται στα χέρια του, όταν έχει την ασφάλεια ότι το εισόδημά του θα είναι σταθερό και σίγουρο, και όταν γνωρίζει ότι έχει τα μέσα να αναζητήσει την αυτοβελτίωσή του.” 




«Από το βασικό εισόδημα στην κληρονομιά για όλους» #Thomas_Piketty

Η κρίση της Covidμας αναγκάζει να επανεξετάσουμε τα εργαλεία αναδιανομής και αλληλεγγύης, τονίζει σε άρθρο του στη Le Monde ο Thomas Piketty. Οι προτάσεις εμφανίζονται παντού: βασικό εισόδημα, εγγύηση εργασίας, κληρονομιά για όλους. Αυτές οι προτάσεις είναι συμπληρωματικές και δεν μπορούν να υποκαταστήσουν η μια την άλλη. Μακροπρόθεσμα, όλες πρέπει να εφαρμοστούν, σταδιακά και με αυτήν τη σειρά.

Ας ξεκινήσουμε με το βασικό εισόδημα. Ένα τέτοιο σύστημα λείπει δραματικά σήμερα, ειδικά στον Νότο, όπου τα εισοδήματα των φτωχότερων εργαζομένων έχουν καταρρεύσει και οι περιοριστικοί κανόνες είναι ανεφάρμοστοι ελλείψει ενός ελάχιστου εισοδήματος. Στην Ευρώπη, υπάρχουν διάφορες μορφές ελάχιστου εισοδήματος στις περισσότερες χώρες, αλλά με πολλές ελλείψεις. Συγκεκριμένα, υπάρχει επείγουσα ανάγκη να επεκταθεί η πρόσβαση σε νεότερους και φοιτητές (αυτό ισχύει ήδη από καιρό στη Δανία), και ιδίως σε άτομα χωρίς σταθερή διεύθυνση ή τραπεζικό λογαριασμό, που συχνά αντιμετωπίζουν ανυπέρβλητα εμπόδια.  

Είναι επίσης σημαντικό να επεκταθεί το βασικό εισόδημα ώστε να συμπεριληφθούν οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, με ένα σύστημα αυτόματων πληρωμών σε μισθολογικές καταστάσεις και τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς οι άνθρωποι να χρειάζεται να το ζητήσουν, συνδεδεμένο με το προοδευτικό φορολογικό σύστημα (επίσης παρακρατημένο στην πηγή).

Το βασικό εισόδημα είναι ένα απαραίτητο αλλά ανεπαρκές εργαλείο. Στην πραγματικότητα, το ποσό είναι πάντα εξαιρετικά μικρό. Ανάλογα με την πρόταση, είναι γενικά μεταξύ του μισού και των τριών τετάρτων του ελάχιστου μισθού πλήρους απασχόλησης, έτσι ώστε, εκ κατασκευής, μπορεί να είναι μόνο ένα μερικό εργαλείο για την καταπολέμηση της ανισότητας. Για αυτόν τον λόγο, είναι προτιμότερο να μιλάμε για ένα βασικό εισόδημα από ένα καθολικό εισόδημα (μια έννοια που υπόσχεται περισσότερα από αυτήν την μινιμαλιστική πραγματικότητα).

Ένα πιο φιλόδοξο εργαλείο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί ως συμπλήρωμα του βασικού εισοδήματος είναι το σύστημα εγγύησης εργασίας που προτάθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο των συζητήσεων σχετικά με την Πράσινη Νέα Συμφωνία (βλ. Συγκεκριμένα Pavlina Tcherneva, The Case for a Job Guarantee, 2020)). 
Η ιδέα είναι να προσφέρουμε σε όλους όσους το θέλουν μια εργασία πλήρους απασχόλησης με έναν ελάχιστο μισθό που να τίθεται σε αξιοπρεπές επίπεδο (15 $ ανά ώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η χρηματοδότηση θα παρέχεται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι θέσεις εργασίας θα προσφέρονται από δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης στον δημόσιο και εθελοντικό τομέα (δήμοι, κοινότητες, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις). 
Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στη διαδικασία της απο-εμπορευματοποίησης και του συλλογικού επαναπροσδιορισμού των αναγκών, ιδίως στους τομείς των προσωπικών υπηρεσιών, της ενεργειακής μετάβασης και της ανακαίνισης κτιρίων. Επιτρέπει επίσης, με περιορισμένο κόστος (1% του ΑΕΠ στην πρόταση της Τσέρνεβα), να επαναφέρει στη απασχόληση όλους εκείνους που στερήθηκαν την δουλειά τους κατά την διάρκεια της ύφεσης, και έτσι να αποφευχθεί μια αθεράπευτη κοινωνική καταστροφή.

Τέλος, ο ύστατος άξονας που θα μπορούσε να ολοκληρώσει το πακέτο, εκτός από το βασικό εισόδημα, την εγγύηση εργασίας και το σύνολο των δικαιωμάτων που σχετίζονται με ένα πιο εκτεταμένο κοινωνικό κράτος (δωρεάν εκπαίδευση και υγεία, υψηλά αναδιανεμητικές συντάξεις και παροχές ανεργίας, συνδικαλιστικά δικαιώματα, κλπ.), είναι ένα σύστημα κληρονομιάς για όλους. Όταν μελετάμε την ανισότητα μακροπρόθεσμα, το πιο εντυπωσιακό πράγμα είναι η επιμονή μιας υπερσυγκέντρωσης ιδιοκτησίας. Το φτωχότερο 50% σχεδόν ποτέ δεν είχε τίποτα: μόλις 5% του συνολικού πλούτου στη Γαλλία σήμερα, σε σύγκριση με το 55% για το πλουσιότερο 10%. Η ιδέα ότι πρέπει απλώς να περιμένουμε να διαδοθεί ο πλούτος δεν έχει πολύ νόημα: αν συνέβαινε αυτό, θα το είχαμε δει εδώ και πολύ καιρό.

Η απλούστερη λύση είναι η ανακατανομή της κληρονομιάς που επιτρέπει σε ολόκληρο τον πληθυσμό να λάβει μια ελάχιστη κληρονομιά, η οποία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι της τάξης των 120.000 ευρώ (δηλαδή το 60% του μέσου πλούτου ανά ενήλικα). Θα καταβάλλεται σε όλους σε ηλικία 25 ετών, θα χρηματοδοτείται από ένα συνδυασμό προοδευτικών φόρων πλούτου και κληρονομιάς που θα αποφέρει το 5% του εθνικού εισοδήματος (ένα σημαντικό ποσό αλλά που θα μπορούσε εξετασθεί μακροπρόθεσμα). Όσοι δεν κληρονομούν επί του παρόντος τίποτα, θα λάβουν 120.000 ευρώ, ενώ όσοι κληρονομούν ένα εκατομμύριο ευρώ θα λάβουν 600.000 ευρώ μετά τη φορολογία και την εισφορά. Συνεπώς, απέχουμε ακόμη από την ισότητα ευκαιριών, μια αρχή συχνά υπερασπιστέα σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά η οποία θέτει αμέσως τις προνομιούχες τάξεις σε επιφυλακή όποτε κάποιος οραματιστεί το ξεκίνημα μιάς συγκεκριμένης εφαρμογής. 

Η κληρονομιά για όλους έχει σαν στόχο την αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης εκείνων που δεν έχουν τίποτα, για να τους επιτρέψει να αρνηθούν ορισμένες θέσεις εργασίας, να αποκτήσουν στέγαση ή να ξεκινήσουν ένα προσωπικό έργο. Αυτή η ελευθερία είναι τρομακτική για τους εργοδότες και τους ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας, καθώς θα έκανε τους εργαζόμενους λιγότερο υπάκουους, αλλά είναι απελευθερωτική για όλους τους άλλους. Αναδυόμαστε απλώς από μια μακρά περίοδο αναγκαστικού περιορισμού. Έχουμε κάθε λόγο για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και να ελπίζουμε ξανά.


* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ



«Work harder» #Bea_Cantillon

Τα κράτη πρόνοιας πρέπει να προσπαθήσουν πιο σκληρά για να αντέξουν. Χρειάζεται να ενεργήσουν με αμοιβαία υποστήριξη για να κερδίσουν τον αγώνα ενάντια στην ανισότητα και τη φτώχεια. Αυτό είναι το μήνυμα της Κοινωνικής Διάσκεψης Κορυφής του Πόρτο, γράφει στο Social Europe η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Αμβέρσας, Bea Cantillon.

Από τη στρατηγική της Λισαβόνας του 2000, η μείωση της φτώχειας υπήρξε ένας από τους κύριους κοινωνικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, στις κοινωνίες της Νότιας Ευρώπης, το κατώτερο κοινωνικά κομμάτι, κατέρρευσε, ενώ τα παλιά κράτη πρόνοιας αναδιανέμουν όλο και λιγότερο αποτελεσματικά.

Και όμως, κοιτάζοντας πίσω τις καλές εποχές πριν από την κρίση, σχεδόν σε όλα τα κράτη μέλη τα έσοδα είχαν ανοδική πορεία. Η απασχόληση αυξήθηκε ενώ σε πολλές χώρες οι κοινωνικές δαπάνες παρέμειναν υψηλές, και σε κάποιες περιπτώσεις συνέχισαν να μεγαλώνουν. Γιατί λοιπόν η ανερχόμενη παλίρροια δεν σήκωσε όλες τις βάρκες; Γιατί το κράτος πρόνοιας απέτυχε να συνδυάσει την εργασία και τη μείωση της φτώχειας;

Για να βρούμε τις απαντήσεις πρέπει πρώτα να επιστρέψουμε στα θεμέλια του κράτους πρόνοιας και στις μεταπολεμικές κοινωνικές συμφωνίες για την ανάπτυξη, την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική προστασία. Στη χρυσή εποχή, τα κράτη πρόνοιας μείωσαν επιτυχώς τις ανισότητες και τη φτώχεια μέσω της πλήρους απασχόλησης (για τους άνδρες), τις αυξήσεις των μισθών σύμφωνα με την αύξηση της παραγωγικότητας και την κοινωνική προστασία βάσει της εργασίας.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το όνειρο ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη και η κοινωνική προστασία θα οδηγούσαν σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για όλους, ήταν πλέον ορατό. Αλλά, καθώς το κράτος πρόνοιας έφτασε στην ενηλικίωση, η κοινωνική εξομάλυνση άρχισε να επιβραδύνεται και, κάποτε στη δεκαετία του ’90, σταμάτησε. Σίγουρα αυτό σχετίζεται με επιλογές πολιτικής, αλλά υπάρχουν και 3 κύριοι διαρθρωτικοί μηχανισμοί που εξηγούν τους βαθύτερους λόγους.

Πρώτον, η πλήρης απασχόληση για τους άνδρες μεταπολεμικά, εξελίχθηκε σε μια διπλή αγορά εργασίας για άνδρες και γυναίκες, στην οποία η πλήρης απασχόληση  με υψηλότερη ειδίκευση, πήγαινε παράλληλα με τη διαρθρωτική υποαπασχόληση για εκείνους με χαμηλότερη ειδίκευση.

Δεύτερον, λόγω της μετατόπισης της ζήτησης εργασίας προς επαγγέλματα υψηλότερης ειδίκευσης και υψηλότερων μισθών, από τη δεκαετία του ’90 οι χαμηλοί μισθοί υστερούσαν σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας και τα μεσαία εισοδήματα – και έτσι προσέφεραν ολοένα και λιγότερη προστασία απέναντι στην απόλυτη φτώχεια.

Τρίτον, η πτωτική ή αργή αύξηση των αποδοχών για τους εργαζόμενους με χαμηλό μισθό, συνέβαλε στις πιέσεις ως προς την προστασία του ελάχιστου εισοδήματος για τα νοικοκυριά ανέργων. Οι ελάχιστοι μισθοί χρησιμεύουν ως γυάλινο ταβάνι στον κοινωνικό όροφο του κράτους πρόνοιας. Όταν πέφτουν κάτω από το όριο της φτώχειας, το ίδιο ισχύει και για την κοινωνική προστασία.

Με την ελπίδα να βρεθεί μια διέξοδος από το τρίλημμα, η εστίαση μετατοπίστηκε από την κοινωνική προστασία στις κοινωνικές επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις. Δυστυχώς, ωστόσο, αυτή η «κοινωνική-επενδυτική στροφή» αποδείχθηκε απατηλή στο ότι η πρόοδος δεν μπορούσε να επιτευχθεί με μονόπλευρη εστίαση στην επένδυση  μόνο. Η κοινωνική ανακατανομή και οι κοινωνικές επενδύσεις πρέπει να θεωρηθούν ως δύο πυλώνες του σύγχρονου κράτους πρόνοιας.
Επαρκείς κατώτεροι μισθοί, ελάχιστη προστασία εισοδήματος, ουσιαστική εργασία για όλους, δια βίου μάθηση και προσιτές κοινωνικές υπηρεσίες – όλα είναι εξίσου απαραίτητα. Και η αλήθεια είναι ότι η εξάλειψη της φτώχειας δεν είναι ούτε φθηνή ούτε εύκολη.

Όμως η Σύνοδος Κορυφής του Πόρτο έστειλε ενθαρρυντικά μηνύματα. Το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης για τον Πυλώνα των Κοινωνικών Δικαιωμάτων είναι ένας ισχυρότερος και πιο συγκεκριμένος οδηγός από τις προηγούμενες προσπάθειες σύγκλισης σε υπερβολικά ασαφείς στόχους. Η Κοινωνική Δέσμευση του Πόρτο αξίζει την μεγαλύτερη προσοχή, και την εντονότερη στήριξη, καταλήγει η Bea Cantillon.

** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ


Ρίξε μια ματιά και εδώ

Ο Democrat και από την Θεσσαλονίκη έδειξε πως η Πολιτική μπορεί να επιστρέψει και η Δημοκρατία να γίνει ξανά ισχυρή

Ένα ακόμα ουσιαστικό βήμα στην ανάδειξη της Δημοκρατίας ως το βασικό πολιτικό διακύβευμα των καιρών μας, πραγματοποίησε την…

29/06 -Save the Date

Πρόκειται για μία πολιτική εκδήλωση διαφορετική από αυτές που συνηθίσαμε μέχρι τώρα και γίνεται υπό την αιγίδα του…
Total
0
Share