H περίπτωση κρατικής αεροπειρατείας και σύλληψης του Λευκορώσου δημοσιογράφου ακτιβιστή Ρoμάν Προτάσεβιτς και της συντρόφου του Σοφίας Σαπέγκα από το καθεστώς Λουκασένκο, δεν είναι και δεν πρέπει να καταγραφεί ως ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Ακτιβιστές, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, δάσκαλοι, αθλητές και άνθρωποι διαφόρων ιδιοτήτων έχουν υπάρξει θύματα της λεγόμενης «διακρατικής καταστολής» (transnational repression).
Η σελίδα freedomhouse.org καταγράφει, ξεκινώντας από το 2014, 608 αντίστοιχα περιστατικά από αυταρχικά καθεστώτα σε περιοχές έξω από τα σύνορά τους. Η λίστα περιλαμβάνει 31 κράτη που έχουν εφαρμόσει διακρατική καταστολή σε 79 χώρες που φιλοξενούσαν ανθρώπους-στόχους, ενώ υπολογίζονται σε περίπου 3,5εκ αυτοί που σήμερα βρίσκονται σε κίνδυνο.
Επί του παρόντος και σύμφωνα με το freedomhouse, έξι είναι οι χώρες (Κίνα, Τουρκία, Ρουάντα, Σ. Αραβία, Ρωσία, Ιράν) που διεξάγουν επιθετικές εκστρατείες διακρατικής καταστολής και με αυτό τον τρόπο απειλούν τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Η δυσκολία να προστατευθούν άνθρωποι που δίνουν μάχες για ανθρώπινες και πολιτικές αξίες ακόμη και όταν αυτοί φιλοξενούνται σε θωρακισμένες δημοκρατίες, δημιουργεί περισσότερο φόβο και υπηρετεί τη σιωπή και τον αυταρχισμό. Οι δολοφονίες, οι απαγωγές συγγενών, οι απειλές, τα βασανιστήρια, είναι μέθοδοι που πλέον γίνονται ακόμη και διαμέσου συνεργατικών υπερεθνικών δικτύων, σε μία απευθείας αρμονική συνεννόηση του ενός αυταρχικού ηγέτη με τον άλλο. Είναι ακόμη ένα πεδίο μάχης ανάμεσα στη δημοκρατία και τον απολυταρχισμό.
Και βέβαια όλες αυτές οι πρακτικές δεν αποβλέπουν μόνο στους συγκεκριμένους δημοσιογράφους και αντιφρονούντες αλλά γενικά στην απαλοιφή της ελευθερίας του τύπου διαμέσου του εκφοβισμού: με κάθε δολοφονία, απαγωγή, απάνθρωπη μεταχείριση ενός αντιφρονούντος χιλιάδες άλλοι αντιλαμβάνονται ότι μπορούν να έχουν παρόμοια τύχη και καλούνται από την εξουσία να… προσαρμόσουν αναλόγως τα όσα λένε ή απλά να σιωπήσουν (chilling effect).
Όπως σωστά επισημαίνει η Anne Applebaum σε άρθρο της στο theatlantic, ακόμη και όταν οι κύριες πολιτιστικές μας αξίες τελούν υπό αμφισβήτηση, υπάρχουν μερικοί κανόνες που μοιραζόμαστε ως κοινούς, όπως το Δίκαιο της Θάλασσας ή τους κανόνες που διέπουν την εναέρια κυκλοφορία. Όταν παύει να υπάρχει μία κοινή βάση αντίληψης ακόμη και για τα πρωτεύοντα, τότε οδηγούμαστε στην απόλυτη ζούγκλα. Ακόμη και για τα απάνθρωπα καθεστώτα, υπάρχουν όρια τα οποία συνιστούν κόκκινες γραμμές και δεν ξεπερνιούνται. Αυτά τα όρια της στοιχειώδης διεθνούς συνεργασίας και αλληλοσυνύπαρξης ξεπεράστηκαν στην περίπτωση Προτάσεβιτς.
Η φραστική καταδίκη και κάποιες αποσπασματικές κυρώσεις πολλές φορές δεν είναι αρκετές. Όπως βέβαια είναι σαφές ότι οι πράξεις διακρατικής καταστολής είναι δύσκολο να αποφευχθούν. Χρειαζόμαστε στοχευμένες και καλά οριοθετημένες αυστηρές κυρώσεις έναντι των χωρών που χρησιμοποιούν τη διακρατική καταστολή (βλ συστάσεις), όπως επίσης την αποφυγή σκληρών πολιτικών έναντι της μετανάστευσης καθώς έτσι ευνοούνται τα απολυταρχικά καθεστώτα.
Είναι φανερό πως η απάντηση στον φόβο, τον έλεγχο και τον περιορισμό των δικαιωμάτων του πολίτη το αντίδοτο είναι η δημοκρατία. Όσο ποιοτικότερη και βαθύτερη είναι μία δημοκρατία και οι θεσμοί της, τόσο περισσότερο ασφαλείς είναι οι πολίτες που την απολαμβάνουν.
Όμως, τούτο δεν αρκεί. Η υπερεθνική απειλή της διακρατικής καταστολής και της διεθνούς τρομοκρατίας απαιτεί συνεργασίες αλλά και νέες συμμαχίες οι οποίες θα εδραιώνονται από κοινές δημοκρατικές αξίες και ουχί από συγκυριακά οικονομικά συμφέροντα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρισκόταν ιστορικά στον προμαχώνα της υπεράσπισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και συνιστά μία ζωντανή ευκαιρία να αποδείξουμε ότι μπορούμε να χτίσουμε την Ευρώπη την αξιών που ονειρευόμαστε. Οι συμμαχίες με τις δημοκρατικές χώρες ανά τον κόσμο και το παράδειγμα προς τους λαούς αυταρχικών καθεστώτων ότι μπορούν και δικαιούνται να ζήσουν μία καλύτερη ζωή, μπορούν να γίνουν τα θεμέλια μίας παγκόσμιας κοινωνίας αξιών.
ΥΓ: Μόλις έχω ολοκληρώσει το κείμενο κ διαβάζω ότι η Ιρανή δημοσιογράφος Ναργκίς Μοχαμαντί (γνωστή για τον αγώνα που δίνει για την κατάργηση της θανατικής ποινής στο Ιράν), η οποία είχε αποφυλακιστεί τον περασμένο Οκτώβριο, καταδικάστηκε σε 80 μαστιγώσεις και φυλάκιση 30 μηνών. Ο λόγος είναι ότι έδωσε στη δημοσιότητα μια ανακοίνωση όπου καταφερόταν εναντίον της θανατικής ποινής, ότι διέδωσε αβάσιμες κατηγορίες για «βασανιστήρια και παρενόχληση» και ότι οργάνωσε μια καθιστική διαμαρτυρία την εποχή που ήταν κρατούμενη στη φυλακή του Εβίν, στην Τεχεράνη.

«Αντικαταστήστε τον αγώνα προς τα κάτω με τον αγώνα προς την κορυφή» #Gabriel_Zucman

Πρέπει η παγκοσμιοποίηση και η ανισότητα να βαδίζουν χέρι-χέρι; Ο Gabriel Zucman συν-συγγραφέας με τον Emmanuel Saez του πολυσυζητημένου βιβλίου «Ο Θρίαμβος της Αδικίας» (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ), υποστηρίζει ότι αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει και η λύση είναι η μεταρρύθμιση των φορολογικών μας συστημάτων.
Αυτό που αποκαλεί ο Zucman «αδικία» είναι ο συνδυασμός δύο φαινομένων. Το ένα είναι η άνοδος της ανισότητας και το άλλο είναι η μείωση της προοδευτικής φορολογίας. Αυτό έχει συμβεί σχεδόν σε όλο τον κόσμο, αν και ήταν ιδιαίτερα ακραίο στις ΗΠΑ όπου το μερίδιο του εισοδήματος από το κορυφαίο 1% του πληθυσμού, διπλασιάστηκε από το 10% του εθνικού εισοδήματος το 1980, σε 20% σήμερα.
Ταυτόχρονα, είδαμε μια ιδιαίτερα δραματική μείωση της προοδευτικής φορολογίας. Στο αμερικανικό φορολογικό σύστημα όλες οι ομάδες του πληθυσμού πληρώνουν περισσότερο ή λιγότερο τον ίδιο πραγματικό φορολογικό συντελεστή. Με μία μόνο εξαίρεση: τους δισεκατομμυριούχους, οι οποίοι έχουν χαμηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή από τη μεσαία τάξη. Αυτές οι εξελίξεις ήταν ιδιαίτερα δραματικές στις ΗΠΑ, αλλά ποιοτικά μπορούμε να δούμε τα ίδια πρότυπα στη Γαλλία, τη Γερμανία και σε όλο τον κόσμο.
Θα ήταν ένα πραγματικό υπόδειγμα αλλαγής, αν αντί να αποδεχόμαστε τον φορολογικό ανταγωνισμό, ελέγχαμε τις πολυεθνικές εταιρείες έτσι ώστε να πληρώνουν έναν υψηλό ελάχιστο φορολογικό συντελεστή, ανεξάρτητα από το πού λειτουργούν, ανεξάρτητα από το πού πραγματοποιούν τα κέρδη τους.
Οι κύριοι νικητές από την παγκοσμιοποίηση πληρώνουν όλο και λιγότερους φόρους. Με υψηλούς ελάχιστους φορολογικούς συντελεστές, μπορούμε να αλλάξουμε αυτήν τη δυναμική. Μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον αγώνα προς τα κάτω, με τον αγώνα προς την κορυφή. Διότι, εάν οι εταιρείες υπόκεινται σε έναν αρκετά υψηλό ελάχιστο φόρο στη χώρα καταγωγής τους, δεν θα είχε πλέον νόημα να κάνουν διαφυγή κερδών σε φορολογικούς παραδείσους όπως η Ιρλανδία ή οι Βερμούδες.
Αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να έχουν χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, αλλά οι χαμηλοί φόροι που καταβάλλονται θα αντισταθμίζονται από υψηλότερους φόρους που θα εισπράττονταν αλλού. Οι χώρες θα ενθαρρύνονται να αυξήσουν τους φορολογικούς συντελεστές τους, ώστε να εισπράξουν τους φόρους που άλλως θα εισπράττονται από άλλες χώρες για λογαριασμό τους. Οποιαδήποτε χώρα μπορεί να το κάνει μονομερώς. Το μήνυμα είναι: Εάν αφήσετε χρήματα στο τραπέζι, που μπορούν να εισπραχθούν, ο επόμενος θα μαζέψει το τραπέζι.
Φυσικά, οι χώρες θα εξακολουθούσαν να ανταγωνίζονται για να προσελκύσουν δραστηριότητα, αλλά θα ανταγωνίζονταν διαφορετικά. Αντί να προσφέρουν χαμηλή φορολογία, θα ενθαρρύνονται να έχουν την καλύτερη υποδομή, το πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό, τα καλύτερα πανεπιστήμια, τις μεγαλύτερες αγορές και την υψηλότερη αγοραστική δύναμη για τους πελάτες τους. Αυτό το είδος διεθνούς ανταγωνισμού θα ωφελούσε τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Ξαφνικά, έχετε μια πολύ πιο βιώσιμη παγκοσμιοποίηση.
Θα υπάρχει κόστος μετάβασης, ναι. Όπως όμως αποδεικνύεται το αναπτυξιακό μοντέλο των φορολογικών παραδείσων δεν είναι βιώσιμο. Βασίζεται στην υπόθεση ότι ο φορολογικός ανταγωνισμός θα είναι πάντα εκεί. Δεν είναι μοντέλο αειφόρου ανάπτυξης. Όσο πιο γρήγορα τελειώσει, τόσο το καλύτερο.
Ο προοδευτικός φόρος περιουσίας είναι ο σωστός τρόπος φορολόγησης των δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι κατέχουν έναν τεράστιο πλούτο, ενώ έχουν μικρό σχετικά φορολογητέο εισόδημα. Ωστόσο, ο φόρος περιουσίας θα παίζει πάντα περιορισμένο ρόλο. Είναι μόνο μια λεπτή φέτα στην κορυφή της διανομής. Το πρώτο πράγμα θα ήταν να αναδημιουργήσουμε έναν φόρο πλούτου προσαρμοσμένο στις προκλήσεις του 21ου αιώνα. Προοδευτικό, που να ξεκινά υψηλά στη διανομή πλούτου, και να φορολογεί τα παλιά περιουσιακά στοιχεία στην αγοραία αξία τους.
Η αποφυγή φορολόγησης μέσω της μετακίνησης είναι πρόβλημα του παρελθόντος. Αν έγινες δισεκατομμυριούχος στη Γερμανία, και τώρα επιλέγεις να μετακομίσεις στην Ελβετία, θα συνεχίσεις να φορολογείσαι για αρκετά χρόνια. Για παράδειγμα, ήσασταν φορολογούμενος για 40 χρόνια, θα πρέπει να συνεχίσετε να πληρώνετε φόρους στη Γερμανία για δέκα, 15 χρόνια ακόμα. Ο φορολογικός ανταγωνισμός είναι μια επιλογή πολιτικής. Επιλέγετε ως κυβέρνηση να φορολογείτε ή να μην φορολογείτε πλούσιους ανθρώπους που φεύγουν από τη χώρα.
Όταν δημιουργείτε έναν φόρο, δημιουργείτε επίσης τη διοικητική υποδομή, τις πληροφορίες, τα λογιστικά πρότυπα και τις έννοιες που θα σας επιτρέψουν να μετρήσετε και να φορολογήσετε. Αυτό συνέβη για τον φόρο εισοδήματος και το ίδιο θα συμβεί και για τον φόρο περιουσίας. Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι, καταλήγει ο Zuckman.
* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

«Μπορεί να είναι η κατάλληλη στιγμή για την αναδιαμόρφωση της έννοιας του κράτους; (Η ώρα της Σοσιαλδημοκρατίας)» # Ania_Skrzypek

Είναι άραγε η στιγμή για την Σοσιαλδημοκρατία, να προχωρήσει στην αναδιαμόρφωση της έννοιας του σύγχρονου κράτους, αναρωτιέται η διευθύντρια του Ιδρύματος Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών (FEPS), Ania Skrzypek.
Στην εποχή της επιδημίας της Covid, οι πολίτες στράφηκαν στις κυβερνήσεις τους, αναζητώντας προστασία, βοήθεια και συλλογική απάντηση. Οι Σοσιαλδημοκράτες που βρίσκονται στο τιμόνι των αντίστοιχων χωρών τους, εξασφάλισαν ότι οι κρατικές ενισχύσεις κατευθύνθηκαν για την επίτευξη δύο αντίστοιχων στόχων: παροχή ανακούφισης για τις κοινωνίες που βρίσκονται σε κρίση και παροχή επενδύσεων που απαιτούνται για την πραγματοποίηση μακροπρόθεσμων στόχων(πράσινη οικονομία, μείωση ανισοτήτων, ψηφιοποίηση που υπηρετεί τις συλλογικές ανάγκες).
Αυτή η διττή προσέγγιση ήταν μια ποιοτική αλλαγή σε σύγκριση με την προηγούμενη κρίση του 2008-09. Τότε, σύμφωνα με την αντίληψη που τελικά σφυρηλατήθηκε, ήταν οι πολύ μεγάλες δημόσιες δαπάνες που έκαναν το κοινωνικοοικονομικό μοντέλο αδύναμο. Ότι η καθολική παροχή ισχυρών πολιτικών πρόνοιας είναι αναποτελεσματική, πανάκριβη και αναντίστοιχη των φιλοδοξιών των σύγχρονων κοινωνιών, άρα η επιλογή της λιτότητας έμοιαζε με λογική λύση. Όπως το έθεσαν ορισμένοι συγγραφείς: ήταν πράγματι μια απαίσια ιδέα , η οποία ενάντια σε όλες τις προβλέψεις, οδήγησε στον παράξενo μη-θάνατο του νεοφιλελευθερισμού.
Αλλά μια δεκαετία αργότερα, υπάρχει μια συναίνεση σχετικά με τον αντίκτυπο που είχε η λιτότητα τόσο στις κοινωνίες όσο και στις οικονομίες. Και υπάρχουν επίσης οι οδυνηρές συνέπειες που υπέστησαν οι Σοσιαλδημοκράτες επειδή την υποστήριξαν (ή τουλάχιστον επειδή δεν την απέρριψαν έγκαιρα), όσον αφορά τη μείωση της εκλογικής υποστήριξης και την εξάντληση του πολιτικού τους κεφαλαίου. Στην διάρκεια και μετά την χρηματοπιστωτική κρίση, οι πολίτες εμπιστεύονται όλο και λιγότερο πλέον ότι οι Σοσιαλδημοκράτες θα είναι οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι για αλλαγή.
Τώρα όμως ο τρόπος σκέψης και η αφήγηση είναι αρκετά διαφορετικοί από αυτούς της προηγούμενης δεκαετίας. Και αυτό δούλεψε ξεκάθαρα για τους Σοσιαλδημοκράτες στην κυβέρνηση, οι οποίοι κάθε μήνα παρέμειναν σταθεροί και ευημερούσαν στις δημοσκοπήσεις.
Όμως αυτό δεν μπορεί να συγχέεται με τη νίκη μιας προγραμματικής μάχης. Τα μαθήματα από το προηγούμενο σφάλμα εξακολουθούν να ισχύουν: τίποτα δεν συμβαίνει από προεπιλογή. Αυτός είναι ο λόγος που αντί να προσδοκούν μια αυτόματη αλλαγή παραδείγματος, οι Σοσιαλδημοκράτες θα έπρεπε να διατυπώνουν πως θα ενσωματώσουν ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που έχουν ήδη απαιτήσει οι κοινωνίες.
Για να πετύχουν σε αυτήν την αποστολή, θα πρέπει να έχουν κατά νου πολλά σημεία. Πρώτον η επιδημία μπορεί να σηματοδοτεί μια λαϊκή διάθεση για αποκατάσταση και επέκταση του κράτους πρόνοιας, όμως δεν αρκεί για τους Σοσιαλδημοκράτες είτε μια συναισθηματική αναφορά στις ιστορικές κληρονομιές τους, είτε ένα μήνυμα «βλέπετε, εμείς τα λέγαμε». Αντιθέτως, τα επιχειρήματα πρέπει να επινοηθούν εκ νέου. Πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν αναπτύξει μια βαθιά κατανόηση των μεγάλων κοινωνικών προκλήσεων, ότι κατανοούν τη δυναμική των δημογραφικών εξελίξεων και έχουν μια απάντηση σε διάφορες ανισότητες, οι οποίες έχουν μεγεθυνθεί και πολλαπλασιαστεί λόγω της κρίσης της Covid. Με άλλα λόγια, δεν μπορούν να κοιτάξουν πίσω, πρέπει να κοιτάξουν προς τα εμπρός, προσφέροντας τόσο διαβεβαίωση για το παρόν όσο και μακροπρόθεσμο όραμα για το μέλλον.
Δεύτερον, οι άνθρωποι ανέπτυξαν την αίσθηση αλληλεγγύης μεταξύ τους, καθώς και ένα θαυμασμό για εκείνους που ήταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα με την πανδημία. Επίσης ανέπτυξαν (εκ νέου) μια αίσθηση αλτρουισμού, η οποία ώθησε πολλούς να προσφέρουν εθελοντικά. Αλλά αυτά τα ισχυρά συναισθήματα, έχουν ήδη αρχίσει να ξεθωριάζουν. Σκεπάζονται από μια Covid-κόπωση και την προθυμία να «τα αφήσουμε όλα πίσω» και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα.
Αυτή θα είναι η στιγμή που έχει σημασία ο ρεαλισμός και οι σκληροί αριθμοί, καθιστώντας δυνατή την επιτυχή νίκη των Σοσιαλδημοκρατών με το επιχείρημα ότι μόνο ισότιμες, κοινωνικά δίκαιες οικονομίες, οι οποίες εμπιστεύονται τις επιχειρηματικές ικανότητες των ανθρώπων και τους προσφέρουν υποστήριξη και ευκαιρίες, είναι πραγματικά ανθεκτικές, παραγωγικές και αποτελεσματικές.
Τρίτον, δεν πρέπει να περιμένουν ότι οι προτάσεις τους θα παραμείνουν χωρίς ανταγωνισμό. Όχι μόνο από την κεντροδεξιά ή την δεξιά, αλλά και από τους εθνικιστές και τις ριζοσπαστικές δυνάμεις. Ενώ γενικά, οι Σοσιαλδημοκράτες δεν έχουν προφανή πλεονεκτήματα σχετικά με το ζήτημα λόγω της θέσης τους το 2008-2009.
Ένα μέρος της απάντησης, έγκειται στην ανάγκη για ένα μετά-Covid εκδημοκρατισμό. Κατά συνέπεια, οι προοδευτικοί πρέπει να θέσουν την συζήτηση σχετικά με τα δικαιώματα, τον ρόλο των αντιπροσωπευτικών οργάνων και τη λογική των διαδικασιών λήψης αποφάσεων – με έμφαση στον τρόπο διασφάλισης της υπεροχής της πολιτικής και την διαβεβαίωση ότι ένα ισχυρότερο κράτος έχει να κάνει στην ουσία με την επαναφορά της εξουσίας στα χέρια των ανθρώπων.
Είναι η ώρα οι Σοσιαλδημοκράτες να διαμορφώσουν εκ νέου την έννοια του κράτους και να θέσουν τη φιλοδοξία για ένα νέο κράτος πρόνοιας. Σε αυτό τον σκληρό αγώνα, τρία πράγματα είναι σημαντικά, καταλήγει η Skrzypek: «ανακτήστε την εμπιστοσύνη, κοιτάξτε μπροστά και τολμήστε περισσότερα».
** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ
