Dark Light

Η εταιρία e-food σημείωσε πέρυσι αύξηση των κερδών της κατά  49% φτάνοντας στο ποσό των 64,4 εκατ. ευρώ, από 43,1 εκατ. ευρώ το 2019, ενώ τα καθαρά κέρδη της αυξήθηκαν κατά 26,7% φθάνοντας στα 21,3 εκατ. ευρώ, από 16,8 εκατ. ευρώ το 2019. Η πανδημία αποδείχθηκε μία χρυσή ευκαιρία για την εταιρία, όπως βεβαίως και για κάθε αντίστοιχη πλατφόρμα που εξυπηρετούσε για διαφορετικά είδη εν μέσω περιοριστικών μέτρων της κινητικότητας των ανθρώπων παγκοσμίως. 

Η ίδια εταιρία αποφάσισε να μεγιστοποιήσει ακόμη περισσότερο το όφελος αλλάζοντας τη σχέση εργασίας μερικών από τους 2700 ντιλιβεράδες, μετατρέποντας τη σχέση εργασίας από εξαρτημένη σε ανεξάρτητους συνεργάτες (freelancer).
Έχει το δικαίωμα να το κάνει; Ναι, θα μπορούσε ακόμη να μην τους ανανεώσει την τρίμηνη σύμβαση εργασίας και με τον πρόσφατο νόμο της σημερινής κυβέρνησης της δίνεται αυτή η ευελιξία.

H κατά πολλούς άκομψη επικοινωνία της εταιρίας οδήγησε σε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις που εκφράστηκαν στα social media και οδήγησαν στην πτώση βαθμολογίας της εταιρίας στο 1.8, ενώ για παράδειγμα η ανταγωνίστρια Wolt έχει 4.6 με το ίδιο μοντέλο εργασίας.
Ήταν μία κινηματική αντίδραση η οποία πιθανώς ικανοποίησε τους συμμετέχοντες ως προς το αποτέλεσμα. Το ερώτημα όμως είναι αν έφερε το σωστό αποτέλεσμα. Και η απάντηση είναι όχι. Παρότι το κριτήριο αντίδρασης ήταν η απόδοση δικαιοσύνης ή η αποτροπή μίας άδικης ιδιοκτησιακής παρέμβασης κατά των απροστάτευτων εργαζόμενων, το όφελος εισπράττει η ανταγωνίστρια εταιρία η οποία χρησιμοποιεί ακριβώς το μοντέλο το οποίο καταδικάζει η κοινή γνώμη με την αντίδρασή της.

Όμως, κάνει κάτι πολύ σημαντικό: Ανακινεί και αναδεικνύει το ζήτημα. Οι δικαιότεροι πολιτικοί θεσμοί και οι συνεχείς παρεμβάσεις-προτάσεις των καλά οργανωμένων κομμάτων με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης είναι το ζητούμενο. Και εδώ προφανώς έχει κομβικό ρόλο η ισχυρή κοινωνία (όπως την αναλύουν στο τελευταίο τους βιβλίο οι Acemoglu-Robinson), δρώντας συμπληρωματικά με τους θεσμούς. 

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.  Το να “ψηφίζεις” με το πορτοφόλι σου μπορεί να γίνει τόσο προβληματικό όσο το να “αγοράζεις” με την ψήφο σου. Ιδίως για αυτούς για τους οποίους τίθεται θέμα επιβίωσης ή ανάγκης. Κατά ένα τρόπο η αγορά έχει ενσωματώσει τη δημοκρατική διαδικασία και την πολιτική και τούτο δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ενδυνάμωσης της δημοκρατίας ενώ θεσμικά την αποδυναμώνει. Το δε ρηχότερο όλων θα ήταν να αναλύαμε το γεγονός απλώς ως μία κακή διαχείριση επικοινωνίας -όπως και πράξαμε.

Για τον καπιταλισμό αυτό φαντάζει ως μία αυτονόητη εξίσωση. Μεγιστοποιούμε το κέρδος διεκδικώντας μεγαλύτερο μερίδιο από την αγορά και εξοικονομούμε από το μερίδιο των εργαζόμενων (των εξόδων της εταιρίας). Και όλο αυτό με τη σύμφωνη γνώμη της πολιτείας η οποία φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο και μονοδιάστατα για την αύξηση του αριθμού εργαζόμενων και να αδιαφορεί για τις συνθήκες εργασίας τους. Νομιμότητα, λοιπόν, χωρίς όμως δικαιοσύνη, καθώς ο πλούτος που δημιουργείται δεν μοιράζεται δίκαια· η ιδιοκτησία απολαμβάνει το υπερκέρδος και οι εργαζόμενοι  μία ακραία επισφάλεια που πιθανώς φέρνει προσωπική δυστυχία. 

Η συζήτηση στην Ευρώπη έχει ανοίξει, με πρόσφατο το ψήφισμα συντριπτικής πλειοψηφίας των ευρωβουλευτών  που ζητά ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που να εγγυάται ότι τα άτομα που εργάζονται για ψηφιακές πλατφόρμες εργασίας έχουν το ίδιο επίπεδο κοινωνικής προστασίας με τους εργαζόμενους εκτός πλατφόρμας της ίδιας κατηγορίας. Ο στόχος είναι μία δίκαιη και ίση κοινωνική προστασία για τους εργαζόμενους σε εταιρείες πλατφόρμας. 

Παρότι η συζήτηση γίνεται περιστασιακά σε ευρεία κλίμακα, θα πρέπει να δούμε αν και κατά πόσο είναι χρήσιμη η οικονομία περιστασιακής απασχόλησης (gig economy). Σε πρόσφατο άρθρο του (εδώ), ο Μάνος Ματσαγγάνης επισημαίνει ότι […] ένας χρήσιμος τρόπος αξιολόγησης της συμβολής της οικονομίας περιστασιακής απασχόλησης (gig economy) σε μια ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς (ή σε μια δίκαιη οικονομία) αφορά τη διάκριση, που προτείνουν η Mariana Mazzucato και άλλοι, μεταξύ της δημιουργίας αξίας και της απόσπασης αξίας. Η πρώτη είναι παίγνιο θετικού αθροίσματος: προσθέτει αξία, αυξάνει τον πλούτο, ανοίγει δρόμους για βελτιώσεις στο βιοτικό επίπεδο των πολλών. Η δεύτερη συνιστά παίγνιο μηδενικού αθροίσματος: η οικονομική επιτυχία ορισμένων επιτυγχάνεται εις βάρος άλλων, χωρίς αύξηση της ευημερίας του συνόλου.
Για παράδειγμα, οι πλατφόρμες διανομής φαγητού δημιουργούν αξία όταν συνδέουν κουζίνες εστιατορίων με πελάτες που προτιμούν να τρώνε στο σπίτι (ή δεν μπορούν να βγουν από το σπίτι, όπως κατά τη διάρκεια της πανδημίας). Ωστόσο, αποσπούν αξία όταν διατηρούν τις τιμές χαμηλές μέσω της συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους των εστιατορίων ή όταν μεταχειρίζονται τους εργαζόμενους στη διανομή ως «αυτοαπασχολούμενους», υπεύθυνους για τις δικές τους κοινωνικές εισφορές, την ασφάλιση εργατικού ατυχήματος, ακόμη και για τα έξοδα συντήρησης της μοτοσικλέτας τους […].

Η σύγκρουση μεταξύ πλατφορμών μεταφορικών υπηρεσιών που δεν θέλουν τους οδηγούς ως υπαλλήλους με εξαρτημένη σχέση εργασίας και τους εργαζόμενους να αναζητούν μία δίκαιη και ίση κοινωνική προστασία κατέληξε στα δικαστήρια πολλών χωρών της Ευρώπης, με αποφάσεις υπέρ των εργαζόμενων.  Μάλιστα, σε αποφάσεις όπως αυτή της εισαγγελίας του Μιλάνου στην Ιταλία, υπήρξε πρόστιμο ύψους 733 εκ ευρώ προς τις εταιρίες Uber Eats, Glovo, Just Eat and Deliveroo και οδηγία πρόσληψης των 60.000 εργαζομένων ως μισθωτών. 

Η συζήτηση αυτή θα συνεχιστεί καθώς το κεφάλαιο σε έναν ανοιχτό διασυνδεδεμένο κόσμο θα προσπαθεί να βρίσκει συνεχώς τρόπους να συγκεντρώνει τον πλούτο στα χέρια των λίγων. Το υπερκέρδος, όπως ιστορικά διαπιστώνεται, βασίζεται στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο και προχωρά χωρίς να λαμβάνει υπόψη του κανένα στοιχείο δικαιοσύνης.

Ζητούμενο των δημοκρατικών κοινωνιών δεν είναι να ανακατανείμουν των σωρευμένο πλούτο  τού οποίου η ύπαρξη θα περιέχει κοινωνική αδικία αλλά να φροντίσουν για την ει δυνατόν δίκαιη ανάπτυξη και διανομή. Η αναδιανομή έπεται ως συμπληρωματική για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής σε έναν κόσμο αβέβαιο, σκληρό και γεμάτο ανισότητες. 




«Γιατί οι πολιτιστικοί πόλεμοι είναι μια επινόηση της ελίτ» #Jan_Werner_Müller

Ο Jan-Werner Müller, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Princeton γράφει στον New Statesman για τους πολιτιστικούς πολέμους, και γιατί οι δημοκρατίες σε όλο τον κόσμο βρίσκονται σε κρίση. 

 Η κοινή πεποίθηση λέει ότι οι πολιτισμικές διαιρέσεις έχουν πλέον τη μεγαλύτερη σημασία και ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι δεν έχουν τίποτα κοινό με φιλελεύθερες, δήθεν «παγκοσμιοποιημένες» ελίτ. Ωστόσο, αυτή η ιδέα δεν είναι μόνο εμπειρικά αμφίβολη. υιοθετεί επίσης άκριτα ένα πολιτιστικό πλαίσιο πολιτικών συγκρούσεων που παίζει στα χωράφια της δεξιάς, αν όχι της ακροδεξιάς. Οι διαιρέσεις που απειλούν τις δημοκρατίες καθοδηγούνται όλο και περισσότερο οικονομικά, μια εξέλιξη που έχει συσκοτιστεί από τις ρητορικές στρατηγικές μιας δεξιάς που δεσμεύεται στον πλουτοκρατικό λαϊκισμό.

Οι δημοκρατίες σήμερα αντιμετωπίζουν μια διπλή αυτονόμηση. Η πρώτη είναι αυτή των πιο προνομιούχων. Αν και είναι αλήθεια ότι ορισμένες ελίτ είναι κινητικές, δεν είναι απαραίτητα κοσμοπολίτικες με οποιαδήποτε ισχυρή ηθική έννοια. Οι ελίτ λήψης αποφάσεων παραμένουν πολύ πιο εθνικές και πολύ λιγότερο φιλελεύθερες από ό, τι συνήθως πιστεύεται.

Η παγκοσμιοποίηση δεν έφερε το τέλος του εθνικισμού, αλλά τις ευκαιρίες για επιλεκτική απόσταση από την κοινωνία – κάτι από το οποίο επωφελήθηκαν ιδιαίτερα οι οικονομικές και χρηματοπιστωτικές ελίτ. 

Όπως παρατηρούν δύο διακεκριμένοι οικονομολόγοι ο Emmanuel Saez και ο Gabriel Zucman, «οι αμερικανικές εταιρείες έχουν το 2016… μεταφέρει πάνω από το 20 % των κερδών τους εκτός των ΗΠΑ σε «μη κρατικές»-εταιρείες offshore που δεν έχουν συμπεριληφθεί πουθενά και πουθενά δεν φορολογούνται. Στην πραγματικότητα, έχουν βρει έναν τρόπο να βγάζουν κέρδη 100 δισ. Δολαρίων σε έναν ουσιαστικά άλλο πλανήτη».

Μια τέτοια δυναμική δεν είναι εντελώς καινούργια: γράφοντας για τους Γάλλους αριστοκράτες, τον 18ο αιώνα, ο Αββάς Σιεγές παρατήρησε ότι «οι προνομιούχοι στην πραγματικότητα καταλήγουν να θεωρούν τον εαυτό τους ως ένα άλλο είδος ανθρώπου». Το 1789, ανακάλυψαν ότι δεν ήταν. 
Η άλλη αυτονόμηση είναι ακόμη λιγότερο ορατή. Ένας αυξανόμενος αριθμός πολιτών στο χαμηλότερο άκρο του εισοδηματικού φάσματος δεν ψηφίζει ούτε συμμετέχει στην πολιτική με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Το τραγικό είναι πώς μια τέτοια αποστασιοποίηση γίνεται αυτοτροφοδοτούμενη: τα πολιτικά κόμματα, ως επί το πλείστον, δεν έχουν κανένα λόγο να νοιάζονται για εκείνους που δεν ενδιαφέρονται να ψηφίσουν. Αυτό με τη σειρά του ενισχύει την εντύπωση των φτωχών ότι δεν υπάρχει τίποτα για αυτούς όταν πρόκειται για πολιτική.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με την άνοδο του δεξιού λαϊκισμού και τις σημερινές απειλές για τη δημοκρατία; Όπως όλα τα κόμματα, έτσι και τα λαϊκιστικά προσφέρουν αυτό που ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ κάποτε αποκάλεσε «όραμα των διαιρέσεων»: παρέχουν και προωθούν μια ερμηνεία των κύριων πολιτικών ρηγμάτων της κοινωνίας – και στη συνέχεια επιδιώκουν να κινητοποιήσουν ανάλογα τους πολίτες. Αυτό δεν είναι από μόνο του επικίνδυνο. Η δημοκρατία, άλλωστε, αφορά τη σύγκρουση, όχι τη συναίνεση.

Η υπόσχεση της δημοκρατίας δεν είναι ότι όλοι θα συμφωνήσουμε και δεν απαιτεί «ομοιομορφία αρχών και συνηθειών». Μάλλον, είναι η εγγύηση ότι έχουμε δίκαιες πιθανότητες να πολεμήσουμε για την πλευρά μας πολιτικά και στη συνέχεια να ζήσουμε με το αποτέλεσμα της έκβασης του αγώνα, γιατί θα έχουμε μια άλλη ευκαιρία σε μελλοντικές εκλογές. Δεν αρκεί να παραπονιόμαστε ότι οι λαϊκιστές διχάζουν, γιατί η δημοκρατική πολιτική διχάζει εξ ορισμού.

Το πρόβλημα είναι ότι οι δεξιοί λαϊκιστές παρουσιάζουν όλες τις συγκρούσεις ως ζητήματα ιδιοκτησίας και στη συνέχεια θεωρούν τη διαφωνία με την άποψή τους αυτόματα παράνομη (όσοι διαφωνούν πρέπει να είναι προδότες). Ο λαϊκισμός δεν ευθύνεται αποκλειστικά για την πόλωση, αλλά είναι ζωτικής σημασίας να καταλάβουμε ότι η βασική στρατηγική του είναι η πόλωση. Ο δεξιός λαϊκισμός επιδιώκει να χωρίσει τις πολιτικές σε ομοιογενείς ομάδες και στη συνέχεια υπονοεί ότι ορισμένες ομάδες είναι θεμελιωδώς παράνομες.

Εδώ, λοιπόν, έγκειται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη δημοκρατία: απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως υπαρξιακή απειλή, οι πολίτες είναι πιο πρόθυμοι να συγχωρήσουν τις παραβιάσεις των δημοκρατικών αρχών και του κράτους δικαίου. 

Πώς πρέπει λοιπόν οι φιλελεύθεροι και η αριστερά να αντισταθούν; Πρώτον, θα πρέπει να εναντιωθούν σε μια άκριτη υιοθέτηση του πλαισίου «παγκόσμιοι» εναντίον «τοπικών». Επιπλέον, θα πρέπει να αντισταθούν στην ενσωμάτωση της ακροδεξιάς ή ρατσιστικής ατζέντας, που ορισμένοι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πιστεύουν ότι υπόσχεται αναζωογόνηση της εκλογικής τους περιουσίας. 

Τα πιο σπουδαία κινήματα της εποχής μας – το Black Lives Matter και το #MeToo – δεν αφορούν πραγματικά την ταυτότητα με καμία ουσιαστική έννοια. αφορούν τη διεκδίκηση βασικών δικαιωμάτων τα οποία άλλοι θεωρούσαν εδώ και καιρό δεδομένα. Επίσης, δεν ανάγονται μόνο στην «πικρία για τις ταπεινώσεις», όπως υποστηρίζει ο Φράνσις Φουκουγιάμα, ούτε πρόκειται για «αφηρημένες αξίες». Δεν υπάρχει τίποτα αφηρημένο στο να μην θέλετε να πυροβοληθείτε από την αστυνομία ή να παρενοχληθείτε από ισχυρούς άνδρες.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν αγωνίστηκαν ποτέ μόνο για αύξηση μισθών και καλύτερες συνθήκες εργασίας. αγωνίστηκαν επίσης για αξιοπρέπεια και συλλογικό σεβασμό. Σκεφτείτε για παράδειγμα την Κόκκινη Βιέννη, που έγινε από τους σοσιαλιστές ένα μέσο ανάδειξης της κουλτούρας και της ανύψωσης της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
Ακόμα και όταν οι συγκρούσεις αφορούν την ταυτότητα, αυτό δεν σημαίνει ότι ο συμβιβασμός και η διαπραγμάτευση είναι αυτόματα αδύνατοι, μας λέει ο Müller. Δεν υποθέτουμε απαραίτητα όλοι ότι υπάρχει ένας εσωτερικός, αληθινός, αμετάβλητος εαυτός, όπως θα πρότεινε μια ρομαντική αντίληψη της ταυτότητας. Οι άνθρωποι είναι σε θέση να επανεξετάσουν τις πολιτικές τους δεσμεύσεις και αυτό είναι που πραγματικά έχει σημασία τόσο στην ιδιωτική όσο και στη συλλογική ζωή.


* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ



«Το μέλλον της ΣοσιαλΔημοκρατίας: η νεοσύστατη αισιοδοξία της Νορβηγικής αριστεράς» #Axel_Fjeldavli

Ο Axel Fjeldavli, σύμβουλος στην κεντροαριστερή δεξαμενή σκέψης Tankesmien, γράφει στο ips-journal.eu για την σημαντική νίκη της αριστεράς στις πρόσφατες εκλογές της Νορβηγίας.

Για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Δανία και η Φινλανδία θα έχουν όλοι έναν σοσιαλδημοκράτη ως επικεφαλής της κυβέρνησής τους – και το ίδιο μπορεί να ισχύει για τη Γερμανία μετά τις επερχόμενες εκλογές της. Βλέποντας το συνολικά, αυτό αποτελεί μια παραδειγματική στροφή στη Βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ προς την κεντροαριστερά.

Μετά από οκτώ χρόνια των Συντηρητικών στην κυβέρνηση, ήταν αναμενόμενη η αλλαγή φρουράς. Αλλά η κλίμακα αυτής της στροφής προς τα αριστερά ήταν απροσδόκητη: το Εργατικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Αριστερό Κόμμα και το Κόμμα του Κέντρου – τα τρία κόμματα που μπορεί να συγκροτήσουν συνασπισμό πήραν συνολικά 89 έδρες, ενώ συνολικά η αριστερά και η κεντροαριστερά 100 από τις 169 έδρες. 

Αυτή τη στιγμή η Νορβηγία φαίνεται να βρίσκεται σε φάση εξόδου από την πανδημία Covid-19-χωρίς μεγάλα προβλήματα όσον αφορά τη θνησιμότητα, τους εμβολιασμούς και την ανεργία. Για αυτούς τους λόγους, η πανδημία δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Τρεις τομείς πολιτικής ήταν ιδιαίτερα σημαντικοί για την κατανόηση του αποτελέσματος: η κλιματική αλλαγή, η κοινωνική ανισότητα και οι διαφορές αγροτικών-αστικών περιοχών.

Πρώτον, η νορβηγική συζήτηση για το κλίμα επικεντρώνεται επί του παρόντος κυρίως στη βιομηχανία πετρελαίου και, ειδικότερα, στο σημείο στο οποίο πρέπει να χαραχτεί η κόκκινη γραμμή για περαιτέρω εξορύξεις. Υπήρξε έντονη σύγκρουση αριστεράς-δεξιάς για το πώς ακριβώς να επιτευχθεί μια δίκαιη πράσινη μετάβαση.

Δεύτερον, οι αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες στη Νορβηγία έχουν κερδίσει περισσότερη προσοχή τα τελευταία δύο χρόνια, με την πανδημία Covid-19 να ενισχύει τις ανισότητες και να αναδεικνύει τις ήδη υπάρχουσες-στην αγορά εργασίας, στο σύστημα πρόνοιας, στον πλούτο. 
Τρίτον, οι διαφορές αγροτικών-αστικών περιοχών έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο στην πολιτική της Νορβηγίας. Η προηγούμενη δεξιά κυβέρνηση εφάρμοσε συγκεντρωτικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό συνέβαλε σε μια σημαντική άνοδο του Κόμματος του Κέντρου – ένα κόμμα με πειστική αφήγηση για αγροτικά ζητήματα και χαρισματικό ηγέτη. 

Το Εργατικό Κόμμα, από την άλλη πλευρά, προσπάθησε να κάνει πιο αιχμηρό το προφίλ του μετά την ήττα του 2017, που αποτυπώθηκε καλύτερα στο σύνθημα του 2021 « Είναι η σειρά των απλών ανθρώπων τώρα ». Ως κόμμα που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μισθωτών, το μανιφέστο του κόμματος έδωσε υψηλή προτεραιότητα σε θέματα αγοράς εργασίας, όπως η ενίσχυση του δικαιώματος σε μόνιμη εργασία ή η ενθάρρυνση της ένταξης σε συνδικάτα. Το πιο σημαντικό, οι στρατηγικοί προβληματισμοί μετά την ήττα του κόμματος στις τελευταίες εκλογές προκάλεσαν μια αλλαγή στον τρόπο δομής και επικοινωνίας της φορολογικής πολιτικής . Οι Εργατικοί υποσχέθηκαν μείωση φόρου για τους εργαζόμενους που κερδίζουν λιγότερα από 74.000 ευρώ ετησίως και αύξηση των φόρων στον πλούτο.

Παράλληλα, το κόμμα ξόδεψε χρόνο και ενέργεια για τη διαμόρφωση συναινετικών πολιτικών σε θέματα που διχάζουν τους ψηφοφόρους του. Για παράδειγμα, για τη μετανάστευση, μια επιτροπή στο Συνέδριό του 2018 κατάφερε να ενώσει το κόμμα πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Τώρα, οι συνομιλίες θα καθορίσουν ποιες ακριβώς πολιτικές θα εφαρμοστούν. Υπάρχουν ορισμένοι αμφιλεγόμενοι τομείς, φυσικά. Οι συζητήσεις για τη βιομηχανία πετρελαίου, και ιδιαίτερα για το μέλλον της εξόρυξης πετρελαίου, θα είναι σκληρές. Δεδομένου ότι τα μέρη έχουν διαφορετικές θέσεις, δεν είναι σαφές ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.

Όσον αφορά την πολιτική άμυνας και ασφάλειας, η Νορβηγία θα παραμείνει σταθερός εταίρος των Ευρωπαίων και υπερατλαντικών συμμάχων της και μετά από αυτές τις εκλογές. Η συνολική συμφωνία Νορβηγίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο, η οποία παρέχει πρόσβαση στη Νορβηγία στην ευρωπαϊκή ενιαία αγορά, αμφισβητείται τόσο από το Σοσιαλιστικό Αριστερό Κόμμα όσο και από το Κόμμα του Κέντρου. Μοιάζει όμως πολύ απίθανο μια κεντροαριστερή κυβέρνηση να συμφωνήσει για την έξοδο από τον Ευρωπαϊκό Ενιαίο Χώρο.

Μερικές από τις κορυφαίες προτεραιότητες μιας νέας κυβέρνησης θα είναι:

Αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας με υψηλότερους φόρους στο κεφάλαιο, ενίσχυση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Επιπλέον, νέες πρωτοβουλίες μεταρρύθμισης του κράτους πρόνοιας – όπως δωρεάν προγράμματα μετά το σχολείο, σχολικά γεύματα και οδοντιατρική περίθαλψη.
Αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής με ένα πιο ενεργό κράτος στην καθοδήγηση της βιομηχανικής πολιτικής, στη διαμόρφωση των αγορών και στην προώθηση των πράσινων βιομηχανιών .
Αντιμετώπιση των ανισοτήτων μεταξύ αγροτικών-αστικών περιοχών, περιορίζοντας τις συγκεντρωτικές μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Αυτό που σίγουρα φαίνεται σαφές είναι ότι, μετά από οκτώ χρόνια δεξιάς κυβέρνησης, η νέα πολιτική πλειοψηφία στη Νορβηγία μετά από αυτές τις εκλογές, γεννά μια νέα αισιοδοξία στην αριστερά.
 

** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ


Ρίξε μια ματιά και εδώ

Ο Democrat και από την Θεσσαλονίκη έδειξε πως η Πολιτική μπορεί να επιστρέψει και η Δημοκρατία να γίνει ξανά ισχυρή

Ένα ακόμα ουσιαστικό βήμα στην ανάδειξη της Δημοκρατίας ως το βασικό πολιτικό διακύβευμα των καιρών μας, πραγματοποίησε την…

29/06 -Save the Date

Πρόκειται για μία πολιτική εκδήλωση διαφορετική από αυτές που συνηθίσαμε μέχρι τώρα και γίνεται υπό την αιγίδα του…
Total
0
Share