
H νεαρή 20χρονη φοιτήτρια νομικής (Μαρία) στέκεται απέναντί μου με θάρρος και αναζητά τις πολιτικές απαντήσεις στα ερωτήματά της. Θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική, φοβάται την εμπλοκή με τα κόμματα, εντούτοις ψάχνει τα μονοπάτια που θα την οδηγήσουν στα ξέφωτά της. Συζητάμε για τη δημοκρατία, την ισότητα, την ελευθερία. Περιγράφουμε τη διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, διαχωρίζουμε την πρόοδο από τη συντήρηση, συζητάμε για νέες διαιρετικές τομές όπως αυτή του ‘’ανοιχτό Vs κλειστό’’, μιλάμε για τα δικαιώματα, αναλύουμε την εργασία στον 21ο αιώνα, ψάχνουμε λύσεις για την περιβαλλοντική κρίση, ψηλαφούμε τα νέα αγαθά.
Η συζήτηση γίνεται όλο και πιο όμορφη, πιο ιδεολογική. Με εξιτάρει πάντα ένας νέος άνθρωπος που ενδιαφέρεται για την πολιτική. Διότι το πρώτο επιβεβαιωμένο δεδομένο ως προς την αφετηρία του είναι οι έντονες ανησυχίες του, η διάθεσή του να διεκδικήσει, να καταγγείλει, να συγκρουστεί, να προτείνει, να αλλάξει τα πράγματα -για ποιον;
Υπάρχει ένα βασικό πρώτο ερώτημα το οποίο θα της δώσει ταυτότητα για όσα αναζητάει και σε αυτό θα πρέπει να απαντήσει η ίδια στον εαυτό της. Αναζητεί και αυτή το μερτικό της σε έναν άνισο και άδικο κόσμο ή ψάχνει πράγματι το δίκαιο, ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάμεσα στις γενεές; Δεν είναι απαραίτητα η καλή και κακή εκδοχή ή η αποτελεσματικότητα της κάθε προσέγγισης· είναι η αφετηρία διαφορετική και θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη από την αρχή για να αντιμετωπίσει τα διλήμματα που θα έρχονται σε κάθε στιγμή της ενασχόλησής της με την πολιτική.
-Αλληλεγγύη; Δικαιοσύνη; Κοινωνικό συμβόλαιο; Τι ακριβώς μπορεί να κάνει δικαιότερες τις σχέσεις μεταξύ των γενεών; Από ποια λέξη να πιαστούμε;
Η Μαρία έχει βουτήξει πλέον στη θάλασσα, θέλει να κολυμπήσουμε στα βαθιά -νοιάζεται.
Η αλληλεγγύη είναι απαραίτητη διότι είναι ο πυρήνας των διεκδικήσεων και των αιτημάτων μας στη διαγενεακή πολιτική μας ατζέντα. Είναι η ανάγκη που νιώθουμε για την προστασία του ανθρώπου ως είδους, ώστε να συνεχίσει να υπάρχει. Είναι το ενδιαφέρον για τους γύρω μας, τους απομακρυσμένους, τους αγέννητους, το διαχρονικό ενδιαφέρον μας για το κοινό καλό. Είναι και μία φυσική ανάγκη που καθορίζει το είδος μας, τη λέμε χαρακτηριστικά ‘’ανθρωπιά’’.
-Πώς όμως μπορούμε να νοιαστούμε για τους αγέννητους; Ποια αλληλεγγύη μπορείς να επιδείξεις στις ασχημάτιστες ψυχές; Πώς μπορείς να το συλλάβεις έστω ως μελλοντικό συναίσθημα, να σκουντήξεις τον άνθρωπο μέσα σου, να αποταμιεύσει πλούτο για τους επόμενους;
Δεν είναι δύσκολη η άσκηση. Πρέπει να ταξιδέψεις για λίγο στο μέλλον και να υποδεχθείς όσους έρχονται. Ο «Μισάνθρωπος» του Feinberg ευχαριστιόταν να σκοτώνει νήπια. Έτσι, τοποθέτησε μία βόμβα σε ένα νηπιαγωγείο και τη ρύθμισε να εκραγεί μετά από έξι χρόνια. Τα παιδιά τα οποία δεν είχαν ακόμη γεννηθεί έχουν το δικαίωμα στη ζωή, όπως αντίστοιχα εμείς έχουμε την υποχρέωση να υπερασπιστούμε και να διαφυλάξουμε το δικαίωμά τους αυτό. Η κάθε γενεά που δεν σκέφτεται την επόμενη είναι σαν να βάζει μία ωρολογιακή βόμβα η οποία θα εκραγεί στο μέλλον (Wolf 2005, σελ. 280-281).
-Μπορούμε να αποδώσουμε δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών; Με βάση ποια αρχή; Αυτή της διαφοράς ή της ανταποδοτικότητας;
Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει ποιες μπορεί να είναι οι λιγότερο ευνοημένες γενεές στο μέλλον. Αν αποδεχθούμε την αρχή της διαφοράς, μπορούμε να εντοπίσουμε τις λιγότερο ευνοημένες γενεές και να σχεδιάσουμε πολιτικά τη μεγιστοποίηση των προσδοκιών τους -τούτο, όμως, θα αφορά μονάχα στο παρόν. Άρα, η αρχή της διαφοράς δεν μπορεί να είναι η βάση μας.
Αντίστοιχα και για τον ίδιο λόγο, Οι σχέσεις μεταξύ των γενεών δεν μπορούν να βασιστούν στην αρχή της ανταλλαγής (σου δίνω για να μου δώσεις).
Η αρχή η οποία μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών είναι η αρχή της συνέχειας, δηλαδή «σου μεταβιβάζω κάτι για να το μεταβιβάσεις περαιτέρω», δίνοντας επειδή σου δόθηκε (Μας νοιάζουν οι επόμενες γενιές; – Αντ. Καραμπατζός)
.
Και το αίτημα για διαγενεακή δικαιοσύνη είναι ένα θεμελιώδες αίτημα για κάθε ευημερούσα και συνεκτική κοινωνία που διεκδικεί ίσους πόρους και ίσες ευκαιρίες. Αντίστοιχα, η βιωσιμότητα περιέχει το ηθικό έρεισμα των υπαρχουσών γενεών να παραδώσουν στις επόμενες έναν καλύτερο ή έστω βιώσιμο κόσμο.
-Μας μένει το διαγενεακό κοινωνικό συμβόλαιο. Και μάλλον αυτό προτιμάς ως όρο. Γιατί;
Διότι δεν προσδοκώ πολλά στο πεδίο της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης από την πολιτική που διεκδικεί το εφήμερο σε επίπεδο κορυφής. Δεν ζούμε σε έναν κόσμο δίκαιο αλλά ένα κόσμο γεμάτο ανισότητες. Οι διαγενεακές εντάσεις χρειάζονται συνεπείς μακροπρόθεσμες πολιτικές, τις οποίες δύσκολα θα υιοθετήσουν κόμματα και πολιτικοί που σκέφτονται και δρουν με ορίζοντα κυρίως τις επόμενες εκλογές.
Η δικαιοσύνη, δηλαδή η ισότητα σε πόρους/ευκαιρίες, η βιωσιμότητα, η αλληλεγγύη, θα πρέπει να ενταχθούν σε μία μεγάλη συμφωνία μεταξύ των γενεών, λαμβάνοντας εξίσου υπόψιν και τους απόντες. Χρειαζόμαστε μία περαιτέρω δέσμευση, μία σφραγίδα, ένα συμβόλαιο τήρησης των προθέσεων που θα επιδιώκουν το καλό της ανθρωπότητας, διαχρονικά, ως όλον. Χρειαζόμαστε μία πράξη ευθύνης, της οποίας η θεσμική κατοχύρωση και η διαρκής επικαιροποίηση στα σύγχρονα δεδομένα, θα διασφαλίζει οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά πλεονάσματα και θα θέτει κανόνες με όρους χρηστής διοίκησης, καλής νομοθέτησης και ανοιχτής διακυβέρνησης. Χρειαζόμαστε ένα διαγενεακό συμβόλαιο που θα υπογράφεται από τα παιδιά, τους νέους, τους ενήλικες, τους υπερήλικες, θα μαθαίνει από τις προηγούμενες γενεές και θα φροντίζει τις επόμενες.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, τα αιτήματα θα δημιουργούνται με βάση την επικαιρότητα και αποσπασματικά και θα συνοδεύονται από αχρείαστες συγκρούσεις που θα θέτουν σε κίνδυνο και ένταση τις γενεές μεταξύ τους. Όπως συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες στον κόσμο μας. Θυμίζω ότι στη δεκαετία του ’60 κυριάρχησε ως εμβληματικό σύνθημα “μην εμπιστεύεσαι κανέναν πάνω από 30”, αμφισβητώντας τις μεγαλύτερες γενεές. Τη δεκαετία του ’70 δημιουργήθηκε με το περιβαλλοντικό κίνημα και τη δεκαετία του ’80 οι πολιτικές της Θάτσερ και του Ρήγκαν που στόχευαν εμμονικά στο μικρότερο κράτος οδήγησαν σε σύγκρουση των γενεών στο ασφαλιστικό και τις υψηλές περικοπές συντάξεων.
Η αποσπασματική αντιμετώπιση της διαγενεακής ισότητας είναι η λάθος στρατηγική σε ένα ζήτημα με ολιστικά χαρακτηριστικά. Όταν, μάλιστα, η αποσπασματικότητα συνδέεται με τα εφήμερα συμφέροντα της κάθε γενεάς, τότε ορίζουμε και μία λανθασμένη αφετηρία όπως προανέφερα, αυτή του μερτικού μας σε έναν άνισο και άδικο κόσμο, έναντι της δικαιοσύνης που πρέπει να υπερασπιστούμε κυρίως έξω από εμάς.
-Σύμφωνοι, λοιπόν. Κάπως όμως πρέπει να μετρήσουμε όσα λέμε. Διότι, ως γνωστόν, ό,τι δεν μετριέται δεν βελτιώνεται.
Πράγματι, Μαρία. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να μετράμε. Υπάρχει, για παράδειγμα, ο Διαγενενεακός Δείκτης Δικαιοσύνης (Intergenerational Justice Index (IJI)), ο οποίος μετρά τα αποτελέσματα της πολιτικής που αφήνουν την κληρονομιά να επιβαρύνει τις νεότερες και τις μελλοντικές γενιές (οικολογικό αποτύπωμα, παιδική φτώχεια και επίπεδα δημόσιου χρέους ανά παιδί), όπως επίσης την κατανομή δαπανών στις γενεές. ενώ η τέταρτη διάσταση μετρά τις εισροές πολιτικής με τη μορφή των συνολικών δαπανών υπέρ των ηλικιωμένων κρατών προκατάληψη.
Ωραία, μου αρέσει ο κόσμος όπως τον περιγράφεις, Ντέμοκρατ. Μέσα είμαι. Τι κάνουμε τώρα;
