
Στο καφενείο του Βαγγέλη στην Πετινίτσα δεν κυλούσαν όλα πάντοτε αρμονικά. Ο Αργύρης θυμάται:
– Βαγγέλη, θυμάσαι τότε που δεν μιλιόντουσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας;
– Θυμάμαι, Αργύρη.
– Στην αρχή είχαν συμφωνήσει να καλλιεργεί ο καθένας κάτι διαφορετικό και μετά έρχονταν στο καφενείο και αγόραζαν ο ένας από τον άλλο.
– Ναι, ο δικός μου είχε βάλει πράσινο κρεμμυδάκι και από δέντρα καστανιές.
– Και μια μέρα θύμωσε εκείνος ο κοκκινοτρίχης ο Αλέξης και έβαλε διπλή τιμή στη ντομάτα του.
– Ναι, το θυμάμαι γιατί ο παππούς μου τσατίστηκε και τριπλασίασε την τιμή στο κρεμμυδάκι.
– Θυμάμαι, Βαγγέλη, τον παππού μου να μπαίνει σπίτι και να λέει τη γιαγιά ότι έχουν πόλεμο και να φυτέψουν δαμασκηνιές.
– Και ο δικός μου, Λεμονιές. Και να πουλάνε το λεμόνι για χρυσό.
– Έλεγαν όλοι στο καφενείο ότι πρέπει να γίνουν αυτάρκεις.
– Ναι, Αργύρη. Και μετά κλείσαμε για λίγο το καφενείο, γιατί έγιναν όλοι αυτάρκεις.
– Όλα τα θυμάσαι, Βαγγέλη.
– Πώς να τα ξεχάσω, Αργύρη; Ένα χρόνο έτρωγα μόνο κρεμμυδάκια. Σούπα κρεμμυδάκι, στιφάδο κρεμμυδάκι, στου φούρνο κρεμμυδάκι.
– Σε πείραξαν πουθενά;
-Όχι, Βαγγέλη. Απλά πήγαινα στο νηπιαγωγείο και με είχαν όλοι δυο μέτρα απόσταση, γιατί μύριζε το στόμα μου.
– Και τελικά τι έγινε;
– Αρρώστησε μια φορά ο Αλέξης και δεν τον πήγαινε κανείς με το κάρο στο νοσοκομείο, κάτω στην πόλη.
– Ναι, έλεγαν τότε ο καθένας τον χρόνο του. Να μη δίνει σε άλλον.
– Και πέθανε ο Αλέξης;
– Όχι μόνο ο Αλέξης, Βαγγέλη. Πέθανε και η γιαγιά Παρθένα. Εκείνη βέβαια από σκορβούτο, λένε.
– Και ο Επαμεινώνδας νομίζω. Είχε λένε φουσκώσει το έντερό του από το πολύ ραπανάκι και έσκασε. Είχε μείνει σε μονοκαλλιέργεια.
– Και μετά μάς μάζεψε ο παππούς σου, Βαγγέλη. Στην πλατεία.
– Ναι. Και μας είπε δεν μπορεί να είμαστε ντιπ χαζοί. Ποιος ο λόγος να βασανίζουμε ο ένας τον άλλο; Θα κάνουμε μια λαϊκή κάθε Σάββατο και θα πουλάει ο ένας στον άλλο σε τιμή που θα μπορούν να αγοράζουν.
– Και έπρεπε να γίνουν όλα αυτά για να το καταλάβουν ρε Βαγγέλη;
– Περίεργο πράγμα ο άνθρωπος, Αργύρη. Ένας μαλάκας να βρεθεί, γίνεται ιός. Κολλάμε όλοι.
– Ευτυχώς, βγάλαμε τον κώλο από την Πετινίτσα με τον καιρό, Βαγγέλη. Γίναμε πιο αρχοντικοί.
– Αρκεί να μην τον πήρε καμιά μύγα πετώντας, Βαγγέλη. Και χέσει αύριο τον κόσμο όλο.
