Ο Αγησίλαος είναι ο πρόεδρος της κοινότητας του χωριού Πετινίτσα. Αγροτοκτηνοτρόφος στο επάγγελμα, άνετος οικονομικά, τάτσι μίτσι κότσι με όλες τις εξουσίες της χώρας, από το Δήμο μέχρι το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, πάει για τον πρωινό ελληνικό του στον καφενέ του Βαγγέλη:
– Αγησίλαε, πώς τον θες τον καφέ; Σερμπέτι;
– Βαγγέλη, τι ρωτάς; Το συνηθισμένο.
– Αγησίλαε, αυτό δεν είναι καφές που σου κάνω. Τουλούμπα είναι. Έχεις και ζάχαρο πανάθεμά σε.
– Έχω, Βαγγέλη. Αλλά γλυκαίνομαι έτσι.
– Αγησίλαε, οι επιδοτήσεις πότε θα μπουν; Πάλι καθυστέρησαν.
– Βαγγέλη (προσφωνεί κλείνοντας το μάτι), μπορεί να αργούν αλλά έρχονται ενισχυμένες.
– Και γιατί καθυστερούν ρε Αγησίλαε;
– Ανάβουμε φλας και προσπερνάμε τον έλεγχο, Βαγγέλη.
– Καλό είναι αυτό. Γιατί μου έχεις δηλώσει κάτι χωράφια του Πέτρου που ζει τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία.
– Εμ, Βαγγέλη, χαμένα θα πήγαιναν αυτά.
– Και του παππούλη του κυρ Μένιου το κτήμα κάτω από τη βρύση.
– Χαμπάρι δεν έχει πάρει, Βαγγέλη. Είναι και 92 χρονών.
– Μου έχεις δηλώσει τίποτε άλλο;
– Ένα κατσικοχώραφο στην Καστοριά, ένα στη Λήμνο και ένα κάτω από τον Σάο (βουνό) στη Σαμοθράκη.
– Και πώς θα πως ότι πηγαίνουν τα κατσίκια μου εκεί, Αγησίλαε; Ιπτάμενα είναι;
– Ιπτάμενες είναι οι επιδοτήσεις, Βαγγέλη. Οι μισές πετάνε και μπαίνουν στην τσέπη σου και οι άλλες μισές στη δική μου.
– Αγησίλαε, θα μας πιάσουν και θα μας πουν κατσικοκλέφτες. Και δεν τα σηκώνω εγώ αυτά. Για ένα κούτελο ζούμε.
– Μη μασάς, Βαγγέλη. Μόλις γίνεται έλεγχος και βγαίνουν μερικά ιπτάμενα ΑΦΜ, η κυβέρνηση αλλάζει υπουργό και τον πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ και ρίχνει την ευθύνη στον προηγούμενο.
– Και πιάνει αυτό;
– Ρε Βαγγέλη, εδώ μιλάμε για μια κυβέρνηση Μάτριξ. Φτιάχνει μία εικονική πραγματικότητα. Και αν την πιάσουν, βγάζει το σπαθί του Ζορό, πάει στον καθρέφτη και ξιφουλκεί κατά του εαυτού της.
– Άρα δεν κινδυνεύουμε;
– Εντός πάμε καλά. Εκτός είναι το πρόβλημα. Μη μας τσιμπήσουν οι Ευρωπαίοι.
– Και τότε τι θα κάνουμε; Τι θα τους πω; Ότι έχω στα πέρατα της γης φανταστικά κοπάδια με φανταστικά κατσίκια; Ούτε έργο επιστημονικής φαντασίας να γυρίζαμε ρε Αγησίλαε.
– Έχουμε απάντηση. Θα βάλουμε τη φανέλα της εθνικής Ελλάδος, Βαγγέλη. Και θα πούμε ότι ναι μεν κλέβουμε αλλά είναι για το καλό της χώρας.
– Σατανάς είσαι, Αγησίλαε. Τους παίζεις τους Ευρωπαίους στα δάχτυλα.
– Ευχαριστώ, Βαγγέλη. Έλα το μεσημέρι σπίτι για φαγητό. Κάνει η Μαρία κατσίκι στο φούρνο. Και το κάνει φανταστικό.
– Να έρθω βρε Αγησίλαε. Αλλά να μην είναι μονάχα από το δικό μου το φανταστικό κοπάδι που βοσκάει στα Χάιλαντς. Και φάμε στο τέλος αέρα κοπανιστό.
