Μικροί, τα απογεύματα, μαζευόμασταν στην αλάνα για ποδόσφαιρο. Οι δύο καλύτεροι παίκτες ήταν νομοτελειακά και οι αρχηγοί. Διάλεγαν από ένα παίκτη εναλλάξ για να φτιάξουν την ομάδα τους και αυτό διασφάλιζε μια δίκαιη ισορροπία. Διαιτητής ήταν ο Αριστείδης. Τσιλιβήθρας και ατσούμπαλος· αλλά πιο δίκαιος και από το βαρ. Βέβαια, για να παίξουμε ήθελε και μια μπάλα. Και ο μόνος που είχε μπάλα ήταν ο Κυριάκος, ο γιος του τσαγκάρη.
Ο Κυριάκος ήταν τόσο άμπαλος που μόλις σούταρε κουτουλούσαν απο φόβο όλα τα περιστέρια της γειτονιάς. Όμως ήταν και ο ιδιοκτήτης της μπάλας. Παραφράζοντας τον Όργουελ, ήταν ένα παιδάκι πιο ίσο απο τα άλλα. Άρα, έπαιζε πάντα και ζητούσε όλα τα σφυρίγματα υπέρ του γιατί αλλιώς έπαιρνε τη μπάλα και έφευγε σπίτι. Ο Αριστείδης τον έβλεπε και έβγαζε σπυράκια αλλά έκανε τα φαλτσοσφυρίγματά του, συνοδευόμενα από την ένοχη σιωπή των υπολοίπων.
Ο καιρός πέρασε. Ήρθε και το ΠΑΣΟΚ. Γέμισε η Ελλάδα με βίντεο, τηλεοράσεις και μπάλες για όλα τα παιδιά. Ο Κυριάκος μπήκε φουριόζος στο παιχνίδι, έκανε μια πολυδιάστατη βουτιά για πέναλτι και ο Αριστείδης του έβγαλε κίτρινη κάρτα. Έξαλλος ο Κυριάκος όρμηξε πάνω του. Ο Αριστείδης έβγαλε δεύτερη κίτρινη και ο Κυριάκος κοκκίνισε από το κακό του. Αλλά τότε του είπαν όλοι ότι πρέπει να βγει έξω. Και να πάρει και τη μπάλα του μαζί -είχε πια ξεφουσκώσει.
