Ο Μήτσος, κάτοικος του χωριού Πετινίτσα, πάει για το πρωινό του ρόφημα στον Βαγγέλη, τον καφετζή της πλατείας:
– Βαγγέλη, έναν διπλό ελληνικό. Καϊμακλίδικο. Και μία αραβική πίτα κοτόπουλο.
– Μήτσο, δεν είσαι σε ουρανοξύστη στο Ντουμπάϊ. Θα σου φέρω ένα γλυκό νεραντζάκι· κάνει καλό και στα νεφρά.
– Φέρε το, Βαγγέλη μου. Μού ‘πεσε και το ζάχαρο χθες. Και ζαλιζόμουν. Δεν μπόρεσα να παρακολουθήσω και τη συζήτηση για τις υποκλοπές.
– Δεν πειράζει, ΜΗΤΣΟ. Σάμπως εσένα θα παρακολουθήσουν; Ή τον γείτονά σου τον ΤΑΚΗ που δεν βγαίνει από το σπίτι;
– Γιατί, Βαγγέλη μου; Εγώ στο πηγάδι κατούρησα;
– Όχι ρε Μήτσο. Αλλά πώς να το κάνουμε, εσύ είσαι ασήμαντος.
– Κι όμως, όλους μας παρακολουθούν. Θυμάσαι χθες που μιλούσαμε για παπούτσια και είχαμε τα κινητά στο τραπέζι; Σήμερα το κινητό μου ήταν γεμάτο με διαφημίσεις για παπούτσια.
– Μη δίνεις σημασία, Μήτσο μου.
– Αααα, εγώ την παρήγγειλα τη γαλότσα μου. Να μπαίνω άνετος στη λασπουριά που ΄χει ο κήπος.
– Ρε Μήτσο, μήπως έτσι σε τραβούν από τη μύτη;
– Α, Βαγγέλη μου, αξιοποίηση της πληροφορίας λέγεται αυτό.
– Καλά, Μήτσο μου. Θέλεις κάτι άλλο; Δύο ευρώ ο καφές. Και δύο το νεραντζάκι. Ρίξε και ένα ευρώ περμπουάρ που ΄σαι και χουβαρντάς.
– Γράψε τα στο τεφτέρι, Βαγγέλη. Μόλις πληρωθώ τη σύνταξή μου.
– Χθες, Μήτσο μου, δεν μιλούσαμε μόνο για παπούτσια. Αλλά και για συντάξεις.
– Και;
– Να, στο δικό μου το κινητό ήρθε μια ενημέρωση ότι πληρώθηκες χθες.
– Βαγγέλη, αυτά είναι προσωπικά δεδομένα.
– Αμ δεν είναι έτσι Μήτσο μου. Αξιοποίηση της πληροφορίας λέγεται αυτό.
– Πάρε πέντε ευρώ, Βαγγέλη. Αλλά φέρε το ένα ρέστα.
– Α, ρε Μήτσο φραγκοφονιά. Μαζί σου θα τα πάρεις.
– Όχι, Βαγγέλη μου. Αλλά το νεραντζάκι ήταν ζαχαρωμένο. Και μη λες πολλά-πολλά, γιατί αύριο το κινητό θα μου βγάζει διαφημίσεις με γραφεία τελετών.
– Καλά Μήτσο μου. Άντε να πας σπίτι που σε περιμένει η Γκόλφω. Αντίο.
– Όχι αντίο, Βαγγέλη μου, όχι αντίο. Εις το επανιδείν.
