– Τα ΄δες Γκόλφω μου με τη Γαλλία; Πέρασαν τα σπρεντς τα ελληνικά.
– Εδώ που ήμουν ήσουν και εδώ που είμαι θα ΄έρθεις, Μήτσο μου.
– Θυμάσαι εκείνον τον Σαρκοζί που σηκωνόταν στις μύτες και μας μάλωνε;
– Κακόψυχος άντρας, Μήτσο μου. Γι’ αυτό εγώ πήρα εσένα που ΄σαι κυπαρίσσι.
– Αμ ο άλλος ο Σολτς, μάνα μου; Μιλάει και πέφτουν σε χειμερία νάρκη και οι αλογόμυγες.
– Και μας χρωστάει και τις αποζημιώσεις, Μήτσο μου. Άντε με το καλό να πάρω και ένα φόρεμα που το ΄βαλα στο μάτι.
– Άσε τα φορέματα, Γκόλφω μου. Έχουμε ακόμη εκείνο το δάνειο να ξοφλήσουμε.
– Μην ανησυχείς, Μήτσο μου. Είπε ο Κυριάκος ότι θα τις μπινελικώσει τις τράπεζες. Και μετά κοψομεσιάστηκε.
– Εγώ πάντως αγχώνομαι λίγο για την Ευρώπη, Γκόλφω μου. Δεν κοιμάμαι καλά τα βράδια. Βελάζει και η κατσίκα του γείτονα.
– Να της δώσω από εκείνο το μαντζούνι, Μήτσο μου, που έδινες στην μάνα μου, όταν έβηχε, να πάψει.
– Γίναμε όμως μία οικογένεια με την Ευρώπη, Γκόλφω μου. Κρίμα είναι να το διαλύσουμε.
– Γι αυτό σε παντρεύτηκα, Μήτσο μου, γιατί είσαι τέρμα Ευρωπαίος.
– Εγώ σε παντρεύτηκα, Γκόλφω μου. Γιατί είχες εκείνο το χωράφι τέρμα δεξιά στον κάμπο κληρονομιά.
– Ναι. Και τώρα στέκεται και παίρνεις τις επιδοτήσεις.
– Εμ, δεν έγινα τζάμπα Eυρωπαίος, Γκόλφω μου.
– Ναι, Μήτσο μου. Τελείωνε όμως με τον εσπρέσο μακιάτο. Ρουφάς και μας ακούει όλη η γειτονιά.
Dark
Light
